Ο συγγραφέας Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης «Ο ανταγωνισμός στην εκπαίδευση φτωχαίνει τον κόσμο των νέων και εργαλειοποιεί τη σκέψη»

Μας έχει χαρίσει σημαντικά μυθιστορήματα και βρίσκεται στις πρώτες σειρές της βιβλιοθήκης μας, εφόσον ένα βιβλίο του μπορεί να το διαβάσεις περισσότερες από μια φορές. Είναι τυχεροί όσοι τον συναντήσουν στην εκπαίδευση ως φιλόλογο. Συνεχίζει να ζει στο Δυτικό Πέλλας και πιστεύει ακόμη σε ρομαντικούς ανθρώπους. Η μουσική που ακούει ήρεμη και ο Φράνς Κάφκα ως συγγραφέας που αγαπά μας επιβεβαιώνουν πως «τα πάντα, ακόμα και τα ψέματα, προωθούν την αλήθεια. Οι σκιές δεν σβήνουν τον ήλιο»…

Μιλώντας μαζί του πέρα από λογοτεχνία και για κινηματογράφο, φτάσαμε την τελευταία ταινία του Παζολίνι «120 μέρες στα Σόδομα» που είδαμε πριν από χρόνια, ανακαλύπτοντας άμεσα από τότε πως ο φασισμός δεν καίει μόνο σάρκες. Μας «σπρώχνει» στον ολοκληρωτικό αφανισμό.

Ευαισθητοποιημένος σε θέματα ανθρωπιάς θεωρεί πως ο κόσμος μας γίνεται άσχημος με την εξάπλωση του φασισμού στον χώρο των ιδεών, στον πολιτικό στίβο και στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων…

Λίγα λόγια για αυτόν: Ο Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης γεννήθηκε το 1970. Εργάζεται ως φιλόλογος στη μέση εκπαίδευση. Το συγγραφικό του έργο αριθμεί τρεις συλλογές διηγημάτων, μία νουβέλα, τέσσερα μυθιστορήματα και μία ποιητική συλλογή. Το μυθιστόρημα του «Έξοδα Νοσηλείας» έλαβε το Ειδικό Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας για βιβλίο που προωθεί ευαίσθητα κοινωνικά θέματα (2021) και το μυθιστόρημά του «Το Χιόνι των Αγράφων», έλαβε το βραβείο μυθιστορήματος του περιοδικού “Ο Αναγνώστης” (2022).

Το μέχρι τώρα έργο του:

Τρεις μνήμες και δύο ζωές, (διηγήματα), Μεταίχμιο, 2005.

Καλά μόνο να βρεις (νουβέλα), Κέδρος, 2006.

Το παραμύθι του ύπνου (μυθιστόρημα), Μεταίχμιο, 2008.

Αστοχία Υλικού (μυθιστόρημα), Μεταίχμιο, 2010.

Ζώνη πυρός (διηγήματα), Μεταίχμιο, 2014.

Η ιδιωτική μου αντωνυμία (μικρά πεζά), Κίχλη, 2018.

Έξοδα Νοσηλείας (μυθιστόρημα), Ενύπνιο, 2020.

Το χιόνι των Αγράφων (μυθιστόρημα), Κίχλη, 2021.

Γυναικών τε (ποιητική συλλογή), Εύμαρος, 2023.

Μιλήσαμε λοιπόν για όλα. Για λογοτεχνία, ηθικολογίες, πραγματικότητα και μη, περιθώριο και διαφώτιση. Ένας λογοτέχνης που σε καθιστά τυχερό να τον έχεις καθηγητή στο σχολείο.

ΕΡΩΤ: Η Λογοτεχνία είναι μία από τις καλές τέχνες που χρησιμοποιεί ως εκφραστικό της μέσο τον λόγο, όπως η μουσική χρησιμοποιεί τον ήχο ή η ζωγραφική τα χρώματα; Ποιος θεωρείτε πως είναι ο σκοπός της;

ΑΠΑΝΤ.: Η συγκίνηση του διαβάσματος ή του ακούσματος των λέξεων – η γαλήνη ή η ταραχή, η οδύνη ή η ανακούφιση, εν ολίγοις η αισθητική συγκίνηση του αναγνώστη είναι πρώτος και κύριος σκοπός του λογοτέχνη. Εδώ συναντά τον μάγο της φυλής και τον μύστη των αρχαίων τελετών, τον πρωτόγερο τη φυλής και τη γιαγιά δίπλα στη σόμπα – ίδια η ανάγκη της επικοινωνίας, ίδιο το μέσο, κοινή λίγο πολύ η επιδίωξη, η υποβολή δηλαδή των λέξεων και η διαμέσου αυτών εννόηση, κατασκευή και ερμηνεία του κόσμου.

ΕΡΩΤ.: Τι σημαίνει τελικά γράφω; Γιατί γράφει κάποιος; Για ποιον; Για τη δική του ελευθερία και συνείδηση; Και το πιο δύσκολο πώς γράφεις; Αποφασίζεις ποιος θα είναι ο αναγνώστης σου ή όλα αυτά τελικά αλληλοενεργούν μεταξύ τους;

ΑΠΑΝΤ.: Γράφω πρωτίστως για μένα, είναι πια ζωτική ανάγκη, ανάγκη ζωής. Γράφω για να διασώσω τη μνήμη, να ξορκίσω τα δαιμόνια, να διατηρήσω την ισορροπία, να θίξω κάποια καίρια κατά τη γνώμη μου προβλήματα και πρωτίστως να μοιραστώ την εμπειρία του ωραίου, όπως ο ίδιος την εννοώ. Κι όσο πιο ειλικρινής, αυθεντική και άδολη είναι τούτη η ανάγκη τόσο μεγαλύτερη πιθανότητα έχει να βρει κοινό. Καμία διαφημιστική τεχνική ή πονηρία του μάρκετινγκ δεν μπορεί να εδραιώσει σχέση εμπιστοσύνης. Ή αν τα καταφέρει, όπως συνέβη σε κάποιες περιπτώσεις, θα είναι βραχύβια, διόλου ποιοτική και σίγουρα ύποπτη για ποικίλες υποχωρήσεις του συγγραφέα. Θαρρώ ότι μόνο όταν προσέρχεσαι αληθινός, ειλικρινής, γυμνός με όλες τις πληγές σου καιδείχνεις τον απαιτούμενο σεβασμό στον άνθρωπο που επιλέγει να σε διαβάσει μπορείς να τον πείσεις. Περιττό ασφαλώς να πω ότι η πιο αναγκαία προϋπόθεση είναι η ποιότητα της γραφής σου.

ΕΡΩΤ.: Και εκπαιδευτικός και συγγραφέας. Σε εφήβους που βλέπουν τα γεγονότα με την υπερβολή τους. Πόσο πιστεύετε πως ένα κείμενο ή ένα βιβλίο μπορεί να κάνει τον κόσμο τους καλύτερο; Το βιώνουν οι μαθητές σας αυτό; Πάει καλά;

ΑΠΑΝΤ.: Έχουν ανάγκη και την ανάγνωση και τη γραφή οι έφηβοι, να ξαναπιάσουνε δηλαδή το νήμα απ’ την αρχή, έξω από τον πληθωρισμό της εικόνας και τον πλεονασμό των πληροφοριών. Η λογοτεχνία συστήνει μια άλλη, πιο σιωπηλή και εσωτερική επικοινωνία με τον εαυτό μας, ανοίγει ένδον διαύλους, λειτουργεί ως εξαεριστήρας χύτρας. Εδώ και η μέγιστη ευθύνη του σχολείου, που όχι μόνο δεν ενθαρρύνει την επαφή αλλά κάνει το παν για να εγκαταστήσει μια σχέση καταναγκασμού με το βιβλίο. Όσο πιο ανταγωνιστικό, όσο πιο γνωσιοκεντρικό, όσο πιο φροντιστηριακό γίνεται το εκπαιδευτικό σύστημα τόσο περισσότερο εξορίζονται οι ανθρωπιστικές σπουδές, η γενική μόρφωση και η λογοτεχνική παιδεία από τους κόλπους του. Και αυτό φτωχαίνει τον κόσμο των νέων, εργαλειοποιεί τη σκέψη και ρηχαίνει το συναίσθημά τους.

ΕΡΩΤ.: Τα βιβλία σας δείχνουν πως οι ήρωες τους «πατάνε» σε παλιές ιστορίες, ανθρώπων που έχουμε γνωρίσει, ή δείχνουν σε μας ότι μπορεί να έχουμε γνωρίσει τους πρωταγωνιστές κάποια στιγμή στα αλήθεια. Είναι κάπως έτσι;

ΑΠΑΝΤ.: Ρεαλιστική κατά βάση η γραφή μου, αλιεύει από τον τριγύρω και από τον έσω κόσμο, βιώματα, αναμνήσεις, λόγια, περιστατικά, που αναμειγνύονται δημιουργικώ τω τρόπω με τη φαντασία. Το αυτονόητο δηλαδή. Κατασκευάζω την πραγματικότητα που επινοώ και αντιστρόφως επινοώ την πραγματικότητα που κατασκευάζω, συμμετέχοντας σε αυτή τη μαγική λειτουργία της γραφής να γράφει τον κόσμο απ’ τον οποίο αντλείται και τον ίδιο τον συγγραφέα που τη γράφει. Η λογοτεχνία είναι η έμπρακτη επιβεβαίωση της στενής ένωσης του εγώ με το εμείς, του τώρα με το χτες και το αύριο, είναι τρόπον τινά ο μίτος της Αριάδνης για τη μέχρι τώρα ανθρώπινη πορεία.

ΕΡΩΤ.: Πιστεύετε πώς η λογοτεχνία κομίζει ή έχει ιδεολογία και πολιτική θέση; Και πώς το επικοινωνεί αυτό με τον αναγνώστη;

ΑΠΑΝΤ.: Μας συνέχει, μας συγκροτεί, μας στοιχειοθετεί η ιδεολογία που ασπαζόμαστε, ορίζει το βλέμμα, τη γλώσσα, τη σκέψη, δεν είναι το πανωφόρι που κρεμάμε στον καλόγερο ανεβαίνοντας στη σοφίτα ή κατεβαίνοντας στο υπόγειό μας. Εντούτοις, δεν είναι υπόθεση της λογοτεχνίας, ούτε έχει καμιά δουλειά να την κάνει σημαία και να τη μεταδίδει σαν θέσφατο. Ο δε κίνδυνος της ηθικολογίας, του διδακτισμού, της προπαγάνδας ή της διαφώτισης είναι πάντα υπαρκτός και η κόκκινη γραμμή τους εξόχως λεπτή. Πολλές φορές έχει ειπωθεί, ας το ξαναπώ κι εγώ ακόμη μία: η καλή λογοτεχνία θέτει τα ερωτήματα και η κακή τα απαντά.

ΕΡΩΤ.:  Έχοντας την αίσθηση πως όλα τα βιβλία σας έχουν ιστορίες από την πραγματική Ελλάδα, πόσο σημαντικό είναι να αφουγκράζεται ο συγγραφέας τη φωνή των ηρώων του;

ΑΠΑΝΤ.: Συνειδητή η επιλογή μου να ηχώ φωνές που ηχούν, από ανθρώπους που λόγω θέσης, τάξης, συνθήκης βρίσκονται στην άκρη, στο περιθώριο της ζωής. Απ’ όπου οι ηττημένοι αντιήρωές μου, οι πρόσφυγες, οι αλκοολικοί, οι γυναίκες της νύχτας, οι διπλά καταδιωκόμενοι του Εμφυλίου. Λατρεύω τους αφανείς και εκ πρώτης όψεως ασήμαντους της καθημερινότητας, μου φαίνονται πολύ πιο ενδιαφέροντες, έχουν περισσότερες γωνίες αφού μαζί με το δράμα που κουβαλούν, έχουν να διαχειριστούν τη μοναξιά, την απαξίωση και τη σιωπή. Προσπαθώ λοιπόν να σταθώ δίπλα τους και να τους αφουγκραστώ, έχοντας επίγνωση ότι δεν παύει να ελλοχεύει και για μένα ο κίνδυνος να τους καπελώσω προς ίδιον, αισθητικό όφελος.

ΕΡΩΤ.: Πάντα ήθελα να ρωτήσω έναν συγγραφέα. Μετά το τέλος της ιστορίας τι γίνονται οι ήρωες; Απλά ανάμνηση; Ή περιμένουν κάπου και ίσως ξαναβρεθούν;

ΑΠΑΝΤ.: Δεν γλιτώνεις έτσι εύκολα από τα αισθητικά πλάσματα της φαντασίας σου. Οι πιο πολλοί γίνονται φίλοι, ενίοτε έρχονται τη νύχτα σαν όνειρο ή σαν εφιάλτης, φορές φορές το γυρνάμε στα τσίπουρα, οπότε πιάνουμε κουβέντες για την πολιτική, τις γυναίκες, τις δυσκολίες της καθημερινότητας. Οι πιο αγαπημένοι μάλιστα ανάμεσά τους εμφανίζονται και ξαναεμφανίζονται στα βιβλία μου. Ο Αβράμης για παράδειγμα, που ανακαλεί την καταγωγή του σε μια σχεδόν βιβλική μορφή των παιδικών μου χρόνων, στον αδελφό της μάνας μου από το Μεσόβουνο, κόβει ήδη βόλτες σε τρεις γραφές μου και απ’ ό,τι φαίνεται δεν το ’χει σκοπό να αποχωρήσει.

ΕΡΩΤ.: Ο συγγραφέας τελικά παριστάνει την πραγματικότητα, όχι όπως είναι, αλλά πολύ τελειότερη, δηλαδή την εξιδανικεύει; Τα βιβλία σας έχουν σκοπό να εξυψώνουν τον άνθρωπο;

ΑΠΑΝΤ.: Θεωρώ ότι δε συμβαίνει ακριβώς ούτε το ένα ούτε το άλλο. Δεν υπάρχει παράσταση της πραγματικότητας, οπότε δεν υπάρχει και εξιδανίκευση της πραγματικότητας. Νομίζω ότι είναι πιο σύνθετη η λειτουργία: η σύγχρονη, για παράδειγμα, ηθογραφία δεν εξιδανικεύει απλώς το επαρχιακό παρελθόν, αλλά το ανακατασκευάζει κιόλας συμμετέχοντας διά της αφήγησης στην εξωραϊστική εννόησή του – αναλόγως το ιστορικό μυθιστόρημα κτλ. κτλ. Θέλω να πω ότι η λογοτεχνία συμμετέχει στην πάλη, στη διελκυστίνδα των ιδεών, κομίζει την εικόνα, εισάγει την αφήγησή της και τελικά συμβάλλει άλλοτε περισσότερο και άλλοτε λιγότερο στη διαμόρφωση της κυρίαρχης αλλά και των ανταγωνιστικών εικόνων για τον κόσμο και την πραγματικότητα. Ο ίδιος δηλώ την προτίμησή μου σε μια λογοτεχνία που τεντώνοντας τη γλώσσα, τεντώνοντας τις αξίες υποσκάπτει την κυρίαρχη εικόνα και ανοίγει ρωγμές στο κυρίαρχο οικοδόμημα επ’ ωφελεία της αισθητικής, της ελευθερίας, της δημοκρατίας και του ανθρωπισμού.

ΕΡΩΤ.: Και εφόσον ταξιδέψαμε λογοτεχνικά φτάσαμε στο τελευταίο σας βιβλίο που αυτή τη φορά είναι ποίηση. Μιλήστε μας για αυτό το νέο και τόσο διαφορετικό εγχείρημα. Τίτλος «Γυναικών τε»… Πηγή έμπνευσής σας; Τι συμβολίζει ο τίτλος; Πού αναφέρεται;

ΑΠΑΝΤ.: Για πρώτη φορά προσέρχομαι στην ποίηση, εμμένοντας βεβαίως στην πεζογραφική μου ιδιότητα. Δυστυχώς ούτε είμαι ούτε μπορώ να γίνω ποιητής, έτσι όπως τουλάχιστον έχω την έννοια στο μυαλό μου. Στην προκειμένη, είναι πια απόπειρα, μια αφηγητοποιημένη και υβριδική ποιητική γραφή, προϊόν της επιθυμίας μου να δοκιμάζομαι πάντα στα δικά μου άκρα, έστω και με κίνδυνο να σπάσω τα μούτρα μου – νομίζω πια ότι ύστερα από οχτώ και ένα αυτό, εννιά βιβλία, δεν έχω να αποδείξω τίποτα και σε κανέναν, εννοώ ότι έχω λευτερωθεί από φόβους και ενστάσεις, πλέον μόνο ό,τι και όπως με ευχαριστεί θα κάνω στη λογοτεχνία. Και κάπως έτσι προέκυψε το «ΓΥΝΑΙΚΩΝ ΤΕ» σαν κραυγή διαμαρτυρίας, σαν ανδρικό αλύχτισμα για τη γυναικεία κακοποίηση, σαν αισθητική έγερση ενάντια στις γυναικοκτονίες. Καθότι ουδείς ανάμεσά μας, άντρας-γυναίκα, δεν είναι άμοιρος ευθυνών για τις συνεχιζόμενες ανισότητες και για τα εξακολουθητικά εγκλήματα, ανέλαβα εδώ δημοσίως και αισθητικώς τις ευθύνες που μου αναλογούν. Με λατρεία, ενοχή και οδύνη.

Σε αναμονή του επόμενου βιβλίου του κάπου εκεί στην άνοιξη του 2024…………

Κάντε το πρώτο σχόλιο

Υποβολή απάντησης

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται.


*