Η άποψη ότι ο αθλητισμός αποτελεί έναν χώρο αποκομμένο από την πολιτική δύσκολα μπορεί να υποστηριχθεί στη σύγχρονη εποχή. Από τη στιγμή που ο αθλητισμός συγκεντρώνει εκατομμύρια ανθρώπους, διαμορφώνει συλλογικές ταυτότητες και επηρεάζει την κοινή γνώμη, είναι αναπόφευκτο να συνδέεται με την πολιτική εξουσία, τις ιδεολογίες και τα γεωπολιτικά συμφέροντα.
Γράφει ο Δεληγιάννης Θοδωρής
Η σχέση αυτή δεν αποτελεί σύγχρονο φαινόμενο. Αντίθετα, έχει βαθιές ιστορικές ρίζες και εκδηλώνεται με διαφορετικούς τρόπους σε κάθε εποχή. Άλλοτε ο αθλητισμός χρησιμοποιείται ως μέσο προβολής κρατικής ισχύος και εθνικού γοήτρου, άλλοτε ως εργαλείο πολιτικής προπαγάνδας και άλλοτε ως πεδίο έκφρασης κοινωνικών και ιδεολογικών αντιθέσεων.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Ισπανία. Η Μπαρτσελόνα εξελίχθηκε διαχρονικά σε σύμβολο της καταλανικής ταυτότητας και του αιτήματος για μεγαλύτερη αυτονομία της Καταλονίας, ενώ η Ρεάλ Μαδρίτης συνδέθηκε ιστορικά με το ισπανικό κράτος και, ιδιαίτερα κατά την περίοδο του καθεστώτος Φράνκο, θεωρήθηκε από πολλούς ως έκφραση της κεντρικής εξουσίας. Έτσι, οι μεταξύ τους αναμετρήσεις ξεπέρασαν τα όρια ενός ποδοσφαιρικού αγώνα και απέκτησαν έντονο πολιτικό και κοινωνικό συμβολισμό.

Εξίσου χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Αργεντινής και της Αγγλίας. Ο Πόλεμος των Νήσων Φόκλαντ (1982) δημιούργησε ένα ιδιαίτερα φορτισμένο πολιτικό κλίμα, το οποίο μεταφέρθηκε και στα γήπεδα. Τέσσερα χρόνια αργότερα, στον προημιτελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1986, η νίκη της Αργεντινής επί της Αγγλίας και ιδιαίτερα το περίφημο γκολ του Ντιέγκο Μαραντόνα με το «Χέρι του Θεού» απέκτησαν έντονη συμβολική σημασία για μεγάλο μέρος της αργεντίνικης κοινωνίας. Ο ίδιος ο Μαραντόνα χαρακτήρισε αργότερα εκείνη τη νίκη ως μια μορφή «ποδοσφαιρικής εκδίκησης» για την ήττα στον πόλεμο, αποδεικνύοντας ότι πολλές φορές οι αθλητικοί αγώνες μετατρέπονται σε προέκταση διεθνών πολιτικών συγκρούσεων.
Παράλληλα, δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις όπου αθλητικοί σύλλογοι συνδέονται με συγκεκριμένες πολιτικές ή ιδεολογικές αντιλήψεις. Η Λάτσιο στην Ιταλία έχει συνδεθεί με ακροδεξιές ομάδες οπαδών, ενώ η Λιβόρνο θεωρείται ιστορικά σύλλογος με έντονη αριστερή πολιτική ταυτότητα. Αντίστοιχα, αρκετοί πολιτικοί ηγέτες και επιχειρηματίες έχουν αξιοποιήσει τον αθλητισμό για την ενίσχυση της δημόσιας εικόνας και της πολιτικής ή κοινωνικής επιρροής τους, όπως συνέβη με τον Σίλβιο Μπερλουσκόνι, ο οποίος διετέλεσε τόσο πρωθυπουργός της Ιταλίας όσο και πρόεδρος της Μίλαν.
Η αλληλεπίδραση πολιτικής και αθλητισμού εκδηλώνεται και σε διεθνές επίπεδο μέσω της διοργάνωσης μεγάλων αθλητικών γεγονότων. Οι Ολυμπιακοί Αγώνες και τα Παγκόσμια Κύπελλα χρησιμοποιούνται συχνά από τα κράτη ως μέσο προβολής ισχύος, ενίσχυσης του διεθνούς κύρους και άσκησης της λεγόμενης «ήπιας ισχύος» (soft power). Παράλληλα, δεν λείπουν οι περιπτώσεις πολιτικών μποϊκοτάζ, διπλωματικών εντάσεων και δημόσιων αντιπαραθέσεων που αποδεικνύουν ότι ο αθλητισμός δεν λειτουργεί ανεξάρτητα από τις διεθνείς εξελίξεις.
Αναμφίβολα, ο αθλητισμός αποτελεί σημαντικό κοινωνικό και πολιτισμικό αγαθό. Όταν όμως μετατρέπεται σε εργαλείο πολιτικής εκμετάλλευσης ή οικονομικών συμφερόντων, αλλοιώνεται ο πραγματικός του ρόλος. Για τον λόγο αυτό απαιτούνται ισχυροί θεσμοί, διαφάνεια και σαφή όρια μεταξύ αθλητισμού, πολιτικής και οικονομικής εξουσίας, ώστε οι αθλητικοί θεσμοί να υπηρετούν πρωτίστως τις αξίες της ισότητας, του σεβασμού και της ευγενούς άμιλλας.
Η ιστορία έχει αποδείξει ότι αθλητισμός και πολιτική δύσκολα μπορούν να διαχωριστούν πλήρως. Εκείνο όμως που μπορεί και πρέπει να επιδιωχθεί είναι η αποτροπή της εργαλειοποίησης του αθλητισμού για την εξυπηρέτηση πολιτικών ή οικονομικών σκοπιμοτήτων. Μόνο έτσι ο αθλητισμός θα συνεχίσει να αποτελεί παράγοντα ενότητας, πολιτισμού και ειρηνικής συνύπαρξης των λαών.
Κάντε το πρώτο σχόλιο