Από τα «θαλάσσια πάρκα» στο drone της Αλεξανδρούπολης και στις απειλές Ερντογάν: τρεις εβδομάδες που αποδεικνύουν ότι η Άγκυρα εφαρμόζει σχέδιο και η Αθήνα επαναλαμβάνει ένα ευχολόγιο.
Όποιος διαβάζει τα γεγονότα του τελευταίου δεκαπενθημέρου ως μεμονωμένα «επεισόδια» δεν έχει κατανοήσει ότι πρόκειται για την ανάπτυξη ενός σχεδίου αναβαθμισμένης αμφισβήτησης των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων, με αλληλουχία τόσο καθαρή, που είναι σχεδόν διδακτική.
Γράφει η Θεοδώρα Τζάκρη, ανεξάρτητη βουλευτής Πέλλας στο militaire.gr
Στις 15 Αυγούστου ο Ταγίπ Ερντογάν υπέγραψε δύο Προεδρικά Διατάγματα και ανακήρυξε μονομερώς δύο «εθνικά θαλάσσια πάρκα»: ένα ανάμεσα σε Λήμνο και Σαμοθράκη, δυτικά της Ίμβρου και της Τενέδου, κι ένα βορειοανατολικά της Ρόδου που περικλείει και ουσιαστικά αγνοεί το Καστελόριζο. Και τα δύο εκτείνονται πολύ πέραν των τουρκικών χωρικών υδάτων, πάνω σε θαλάσσιες περιοχές που η ίδια η Αθήνα θεωρεί ελληνική υφαλοκρηπίδα. Δεκατρείς μέρες αργότερα, στις 28 Αυγούστου, τουρκικό μη επανδρωμένο αεροσκάφος εισήλθε στη θαλάσσια τερματική περιοχή του αεροδρομίου της Αλεξανδρούπολης, την ώρα ακριβώς που απογειωνόταν πολιτική πτήση. Στις 31 Αυγούστου υπογραφόταν στο Τελ Αβίβ η «Ασπίδα του Αχιλλέα», ο πολυεπίπεδος αμυντικός θόλος. Την 1η Σεπτεμβρίου ο σταθμός της Αττάλειας εξέδωσε τη NAVTEX 0862/26 για «επιστημονική έρευνα» νότια και νοτιοδυτικά του Καστελόριζου, από 1 έως 15 Σεπτεμβρίου, με το ερευνητικό TÜBİTAKMARMARA – δηλαδή ακριβώς μέσα στο «πάρκο» που η ίδια η Άγκυρα είχε θεσπίσει δεκαεπτά μέρες νωρίτερα. Και στις 2 Σεπτεμβρίου ο Τούρκος πρόεδρος, επιστρέφοντας από τη σύνοδο του Οργανισμού Συνεργασίας της Σαγκάης, απαίτησε από την Ελλάδα να «εγκαταλείψει τον λάθος δρόμο» και να σταματήσει τη «στρατιωτικοποίηση» των νησιών, προσθέτοντας ότι «αν φωνάξουμε από τις ακτές του Κας, η φωνή μας ακούγεται απέναντι» και ότι «όποιος εκλαμβάνει την ψυχραιμία της Τουρκίας ως αδυναμία κάνει μοιραίο λάθος».
Αυτό δεν είναι θόρυβος, αλλά θεσμική πράξη, επιχειρησιακή επιβεβαίωση, πολιτική απειλή. Ένα διάταγμα δημιουργεί τον χάρτη, ένα ερευνητικό σκάφος τον εφαρμόζει επί του πεδίου, μια δήλωση τον υπερασπίζεται. Και σε κάθε στάδιο η ελληνική απάντηση είναι πανομοιότυπη: μια αναιμική ανακοίνωση.
Η ανακοίνωση του Υπουργείου Εξωτερικών της 16ης Αυγούστου κατέληξε στη γνωστή πλέον φράση, ότι οι τουρκικές ενέργειες «δεν παράγουν έννομα αποτελέσματα». Η ίδια ακριβώς φράση χρησιμοποιήθηκε για το τουρκολιβυκό μνημόνιο. Η ίδια για τις λιβυκές συντεταγμένες στον ΟΗΕ. Η ίδια για κάθε τετελεσμένο της τελευταίας εξαετίας. Ας το πούμε λοιπόν καθαρά, γιατί εδώ βρίσκεται ο πυρήνας της κυβερνητικής αποτυχίας: το παράνομο παράγει αποτελέσματα. Η κατοχή του 37 % της Κύπρου είναι παράνομη εδώ και πενήντα δύο χρόνια – και είναι απολύτως πραγματική, με τα πραγματικά αποτελέσματα επί του πεδίου. Τα τουρκικά στρατεύματα δεν αποχώρησαν, ανεξάρτητα αν παραβιάζουν το διεθνές δίκαιο. Η παρανομία όχι μόνο δεν ακυρώνεται, αλλά εδραιώνεται. Όποιος επαναλαμβάνει το «δεν παράγει έννομα αποτελέσματα» χωρίς να συνοδεύει τη φράση με κυρώσεις, με προσφυγές, με πράξεις στο πεδίο, δεν υπερασπίζεται το διεθνές δίκαιο· το εργαλειοποιεί ως άλλοθι αδράνειας.
Η ελληνική κυβέρνηση, αμήχανα, στα όρια του φόβου και εκλιπαρώντας για ηρεμία, δεν ζήτησε συγκεκριμένες κυρώσεις από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Ούτε στοχευμένες κυρώσεις σε πρόσωπα και φορείς που χάραξαν και υπέβαλαν τους χάρτες, ούτε αναστολή ευρωπαϊκών χρηματοδοτήσεων σε τουρκικά περιβαλλοντικά και ναυτιλιακά προγράμματα, ούτε καν εγγραφή του θέματος στην ημερήσια διάταξη του Συμβουλίου Υπουργών Εξωτερικών με ρητό αίτημα. Υπήρξε μεν μία τυπική διαμαρτυρία, για να ακουσθεί κάτι, αλλά δεν υπήρξε καμία απαίτηση. Δεν έγινε ούτε το αυτονόητο και ανέξοδο: να τυπωθούν οι τουρκικοί χάρτες και να σταλούν σε κάθε ελληνική πρεσβεία, με εντολή να δημοσιευθούν στον τύπο κάθε χώρας όπου η Ελλάδα διαθέτει διπλωματική εκπροσώπηση και να φανεί ότι στα 10 μίλια για παράδειγμα από την Κρήτη, η Τουρκία που απέχει 200 Km από το ανατολικότερο άκρο της Κρήτης, θεωρεί ότι έχει δικαιοδοσία! Γιατί δεν κάνει τέτοιες κινήσεις ο κ. Μητσοτάκης; Ένας χάρτης που δείχνει ένα κράτος-μέλος του ΝΑΤΟ να χαράζει «περιβαλλοντικές ζώνες» πάνω στην υφαλοκρηπίδα ενός άλλου κράτους-μέλους λέει περισσότερα από χίλιες ρηματικές διακοινώσεις. Κοστίζει μία εκτύπωση και απλώς δεν γίνεται.
Το περιστατικό της Αλεξανδρούπολης αντιμετωπίστηκε με τον ίδιο τρόπο: με ανακουφιστικές διαρροές ότι «δεν υπήρξε κίνδυνος», ότι «δεν υπήρξε παρεμβολή», ότι «ακολουθήθηκαν οι διεθνείς διαδικασίες». Δύο F-16 συνόδευσαν το μη επανδρωμένο και το ζήτημα, υποτίθεται, έκλεισε. Στην πράξη άνοιξε. Ένα drone που εισέρχεται στον ελεγχόμενο εναέριο χώρο πολιτικού αεροδρομίου την ώρα που απογειώνεται επιβατικό αεροσκάφος είναι απειλή για ανθρώπινες ζωές, όχι διπλωματικό συμβάν – και μάλιστα στην Αλεξανδρούπολη, που δεν είναι ένα οποιοδήποτε αεροδρόμιο, αλλά κόμβος συμμαχικής εφοδιαστικής πρώτης γραμμής. Το ερώτημα που η κυβέρνηση αποφεύγει είναι απλό: εξετάστηκε σοβαρά η κατάρριψη; Και αν όχι, γιατί; Διότι το μήνυμα που εστάλη στην Άγκυρα είναι σαφέστατο. Μπορείτε να πετάτε drones δίπλα σε ελληνικά αεροδρόμια χωρίς κανένα απολύτως κόστος. Θα σας συνοδεύσουμε ευγενικά. Αυτό δεν είναι αποτροπή, αλλά πρόσκληση για επανάληψη – και η επανάληψη, όπως γνωρίζουμε από την Κάσο και από κάθε προηγούμενο, είναι πάντοτε κλιμακωτή.
Ακριβώς η ίδια λογική επαναλήφθηκε στη NAVTEX του Καστελόριζου. Η Ελλάδα εξέδωσε αντι-NAVTEX δηλώνοντας αναρμοδιότητα του τουρκικού σταθμού. Πάγια τακτική, σωστή, αλλά αναιμική. Στο μεταξύ, το τουρκικό ερευνητικό εργάζεται επί ημέρες μέσα στο «πάρκο»και το «πάρκο», από χάρτης σε διάταγμα, γίνεται επιχειρησιακή πραγματικότητα. Έτσι ακριβώς χτίζεται ένα τετελεσμένο: όχι με μια εισβολή, αλλά με μια χαρτογραφική πράξη που κανείς δεν αμφισβήτησε στο πεδίο.
Στο ίδιο πλέγμα ανήκει και το καλώδιο. Η είσοδος της γαλλικής Meridiam στο μετοχικό σχήμα του GreatSeaInterconnector, με τη Nexans στην κατασκευή και γαλλικό σκάφος για τις έρευνες, είναι εξέλιξη που αναμφίβολα ισχυροποιεί το έργο. Η Άγκυρα το κατάλαβε αμέσως και, μέσω της Hürriyet, απαίτησε προηγούμενη τουρκική «έγκριση» – defacto βέτο – για κάθε έρευνα και πόντιση σε περιοχές που μονομερώς διεκδικεί. Εδώ χρειάζεται απόλυτη καθαρότητα, γιατί το επόμενο λάθος θα είναι μη αναστρέψιμο. Στα διεθνή ύδατα δεν απαιτείται καμία άδεια από κανέναν. Άδειες θα χρειαστούν μόνο εκεί όπου το καλώδιο διέρχεται από ζώνες υπό ελληνική δικαιοδοσία και από τη νόμιμη, οριοθετημένη κατά το διεθνές δίκαιο ΑΟΖ Ελλάδας – Αιγύπτου, και θα τις χορηγήσει η Ελλάδα στη γαλλική πλευρά που πλέον ελέγχει το έργο. Οποιαδήποτε «κοινοποίηση» προς την Άγκυρα, ακόμη κι αν σχεδιαστεί ως τεχνική ευγένεια στο πλαίσιο κάποιας διακριτικής διαβούλευσης, θα καταγραφεί από την τουρκική πλευρά ως αίτημα αδείας και θα προβληθεί ως τέτοιο διεθνώς. Θα είναι το μεγαλύτερο βήμα προς τα πίσω, ακόμη και από την Κάσο του 2024 – και θα το έχουμε κάνει μόνοι μας.
Μέσα σε αυτό το τοπίο, η «Ασπίδα του Αχιλλέα» είναι θετική κίνηση. Ένα ολοκληρωμένο σύστημα αντιαεροπορικής και αντιπυραυλικής άμυνας πολλών επιπέδων, με ορίζοντα είκοσι οκτώ μηνών, είναι αναγκαίο και δεν πρέπει να υποτιμηθεί. Δύο όμως παρατηρήσεις είναι υποχρεωτικές. Η πρώτη αφορά τα χρονοδιαγράμματα: η ελληνική εξοπλιστική εμπειρία είναι εμπειρία καθυστερήσεων και ένας θόλος που θα λειτουργήσει «κάποτε» δεν αποτρέπει τίποτα σήμερα. Η δεύτερη είναι κρισιμότερη. Γιατί ο θόλος δεν περιλαμβάνει την Κύπρο; Υπάρχει Κοινό Σχέδιο Δράσης με Κύπρο και Ιορδανία, υπάρχει αντίστοιχο με το Ισραήλ, δεν υπάρχει όμως ενιαίος αμυντικός χώρος. Το Ενιαίο Αμυντικό Δόγμα που σχεδίασε ο αείμνηστος Ανδρέας Παπανδρέου δεν ήταν ρητορικό σχήμα, αλλά μία ηχηρή στρατηγική σύλληψη, που αντιμετώπισε τον ελληνισμό ως ενιαίο αμυντικό πεδίο. Η στιγμή της υπογραφής ήταν η ιδανική ευκαιρία να επανενεργοποιηθεί. Χάθηκε σιωπηλά, όπως πολλές άλλες ευκαιρίες.
Υπάρχει μάλιστα και μια πικρή αντίστιξη. Την ίδια περίοδο που αγοράζεται ο θόλος, ο Τούρκος αναλυτής Μουράτ Γετκίν πανηγύριζε δημοσίως ότι «ο Μητσοτάκης καταλαβαίνει», επικαλούμενος την απόσυρση δύο συστοιχιών Patriot από τα νησιά εν μέσω της διαμάχης για τη «Γαλάζια Πατρίδα». Να λοιπόν η ουσία του προβλήματος: η κυβέρνηση αγοράζει ισχύ και ταυτόχρονα στέλνει σήματα υποχώρησης. Η αποτροπή όμως δεν είναι η κατοχή όπλων. Είναι η πεποίθηση του απέναντι ότι θα τα χρησιμοποιήσεις. Χωρίς αυτή την πεποίθηση, τα τρία δισεκατομμύρια είναι δαπάνη και όχι στρατηγική. Διότι είναι κατανοητό ότι η απόσυρση των Πάτριοτ από την Κάρπαθο ήταν ένα δώρο του κ. Μητσοτάκη προς τον κ. Ερντογάν.
Αξίζει να σταθούμε και στο περιεχόμενο της δήλωσης Ερντογάν, γιατί είναι πραγματικά ακραίο. Απέναντι από τα ελληνικά νησιά στέκεται η Στρατιά του Αιγαίου, μια αποβατική δύναμη που δεν υπάγεται καν στη νατοϊκή δομή. Απέναντι στέκεται ένα casusbelli που ψηφίστηκε από την τουρκική Εθνοσυνέλευση και ισχύει από το 1995. Και όμως η Τουρκία διεκδικεί το δικαίωμα να διατηρεί επιθετική δυνατότητα απέναντι στα νησιά, απαγορεύοντας ταυτόχρονα στην Ελλάδα να διαθέτει αμυντικά συστήματα σε αυτά. Το δικαίωμα της αυτοάμυνας, δηλαδή, το έχουν μόνο οι απειλούντες. Και όταν ο Τούρκος πρόεδρος λέει ότι «αν φωνάξουμε από τις ακτές του Κας, η φωνή μας ακούγεται απέναντι» και ότι «η ιστορία είναι εξαιρετικός οδηγός», δεν κάνει γεωγραφική παρατήρηση, αλλά απειλεί ευθέως με χρήση βίας, δημοσίως και καταγεγραμμένα, ενώπιον διεθνούς ακροατηρίου. Είναι εντυπωσιακό ότι η ελληνική κυβέρνηση δεν αξιοποιεί τέτοιες δηλώσεις: δεν τις καταγγέλλει στον ΟΗΕ, δεν τις καταθέτει στο Συμβούλιο της ΕΕ, δεν τις μετατρέπει σε επιχείρημα για κυρώσεις. Μας δίνουν τα τεκμήρια δωρεάν και εμείς τα πετάμε.
Το τραγικό είναι ότι η Ελλάδα διαθέτει ένα ολόκληρο οπλοστάσιο που δεν απαιτεί ούτε μία σφαίρα και αρνείται να το χρησιμοποιήσει. Είναι ακατανόητο γιατί η χώρα δεν κλείνει τις γραμμές βάσης της. Δεν πρόκειται για επέκταση χωρικών υδάτων, δεν πρόκειται για απειλή προς κανέναν. Είναι μια τεχνική πράξη που κάθε παράκτιο κράτος έχει ολοκληρώσει προ πολλού. Η άρνηση δεν διαβάζεται ως σύνεση, διαβάζεται -από τους διεθνείς παρατηρητές και κυρίως από την Άγκυρα- ως απόδειξη ότι αυτή η χώρα δεν τολμά να κάνει τίποτα. Το ίδιο ισχύει και για την επέκταση των χωρικών υδάτων στα 12 ν.μ., στον ηπειρωτικό κορμό και στην Κρήτη αρχικά και στην συνέχεια στα υπόλοιπα νησιά. Πρόκειται για κυριαρχικό δικαίωμα κατά το άρθρο 3 της Σύμβασης για το Δίκαιο της Θάλασσας, την οποία η ίδια η Ελλάδα έχει επικυρώσει. Και η συγκυρία δεν είναι επικίνδυνη, είναι ευνοϊκή: με δύο πολέμους σε εξέλιξη στην ευρύτερη περιοχή και με τη διεθνή ισορροπία σε πλήρη ρευστότητα, η ενεργοποίηση ενός casusbelli από την Άγκυρα θα ήταν εξαιρετικά δαπανηρή για την ίδια. Οι ιστορικές ευκαιρίες δεν περιμένουν. Και βεβαίως παραμένει η οριοθέτηση ΑΟΖ με την Κύπρο, εκκρεμότητα δεκαετιών που μετατρέπει κάθε τουρκική χάραξη σε αμφισβήτηση ενός κενού που εμείς αφήσαμε.
Υπάρχει τέλος και μια ευρύτερη διάσταση, την οποία η κυβέρνηση αγνοεί συστηματικά. Η Ελλάδα δεν είναι απλώς ο αντίπαλος πόλος της Τουρκίας. Είναι σημείο αναφοράς για αραβικές χώρες με τις οποίες διατηρεί φιλικές σχέσεις, για κράτη της Αφρικής, για τα εγκαταλελειμμένα Βαλκάνια, για την εγγύς και Άπω Ανατολή, για έναν ολόκληρο κόσμο που αναζητά εναλλακτικές διαδρομές ενέργειας και εμπορευμάτων προς την Ευρώπη και τη Δύση. Είναι, ή μπορεί να γίνει, διαμετακομιστικός κόμβος πρώτης γραμμής. Αυτό απαιτεί ενεργητική στροφή προς Ανατολή και Νότο, χωρίς φοβικά σύνδρομα και χωρίς την αντίληψη ότι η εξωτερική πολιτική εξαντλείται στη διαχείριση της τουρκικής απειλής.
Δεν περιμένουμε, όμως, από μια κυβέρνηση της οποίας ο υπουργός Εξωτερικών έχει επιδοθεί σε ταπεινωτικές για τη χώρα συμβολικές πράξεις απέναντι στον Τούρκο πρόεδρο, να υπερασπιστεί με αξιοπρέπεια τα κυριαρχικά δικαιώματα της χώρας. Όταν ο ίδιος δηλώνει τα 6 μίλια ως την εθνική κόκκινη γραμμή. Η πολιτική των «ήρεμων νερών» δεν παρήγαγε ηρεμία· παρήγαγε θαλάσσια πάρκα, drones πάνω από αεροδρόμια και NAVTEX στο Καστελόριζο.
Από τις εκλογές που έρχονται πρέπει να προκύψουν πολιτικές δυνάμεις που θα υπερασπιστούν με συνέπεια και με πράξεις -και όχι με ανακοινώσεις- την κυριαρχία, τα κυριαρχικά δικαιώματα και την ιστορία αυτής της χώρας.
Κάντε το πρώτο σχόλιο