Ένα από τα ομορφότερα νεοκλασικά της Θεσσαλονίκης – Μια ιστορία αγάπης, που κρύβεται πίσω από τη βίλα CasaBianca

Είναι αλήθεια πως η αντιπαροχή κατέστρεψε χωρίς δεύτερη σκέψη υπέροχα νεοκλασικά και υπέροχης αρχιτεκτονικής κτήρια στα μεγάλα αστικά κέντρα της χώρας. Το πρόβλημα κατοικίας δημιουργήθηκε μετά την μικρασιατική καταστροφή και τον νόμο περί οριζόντιας ιδιοκτησίας που ψηφίστηκε το 1929…Η αντιπαροχή οικοπέδων για τη δημιουργία διαμερισμάτων, αποτελεί βέβαια ελληνικό φαινόμενο που δεν εφαρμόζεται σε άλλα μέρη, τουλάχιστον όχι έτσι, με αυτήν τη μορφή και σε αυτήν την έκταση. Πρόκειται για μια μέθοδος δόμησης που χρησιμοποιήθηκε έντονα στην Ελλάδα κατά τη μεταπολεμική περίοδο γι’ αυτό και χρονικά η εμφάνισή της τοποθετείται στα τέλη της δεκαετίας του ’50. Το αποτέλεσμα δυστυχώς πολλές πόλεις να χάσουν τον αρχιτεκτονικό τους χαρακτήρα…

Έτσι σήμερα τα αρχοντικά που δεσπόζουν σε γειτονιές αποτελούν σημαντικά κομμάτια της Ιστορίας του τόπου και της αστικής ζωής του τότε. Επί της οδού Βασιλίσσης Όλγας στη Θεσσαλονίκη, συχνά αισθάνεται πως βρίσκεται σε μια άλλη εποχή, πολλούς αιώνες μακριά από τη δική μας, σε ένα παραμύθι με πύργους στοιχειωμένους, καθένας από τους οποίους έχει να του διηγηθεί μια ξεχωριστή ιστορία. Διασχίζοντας τον δρόμο ανακαλύπτεις τις περίφημες επαύλεις που έχουν απομείνει στη λεγόμενη «Λεωφόρο των εξοχών».

Ανάμεσα στις επαύλεις αυτές, διακρίνεται και η Casa ή Βίλα Μπιάνκα, ένα αρχοντικό το οποίο χτίστηκε τον 20ό αιώνα και από τότε το ακολουθούν συνεχώς λαϊκές δοξασίες σχετικές τόσο με τους ανθρώπους που το κατοίκησαν, όσο και με τα στάδια από τα οποία πέρασε το αρχοντικό ανά τους αιώνες. Η βίλα είναι χτισμένη από τον αρχιτέκτονα ΠιέτροΑρριγκόνι και βρίσκεται στην συμβολή των οδών Βασιλίσσης Όλγας και Θεμιστοκλή Σοφούλη.

Η ονομασία της συγκεκριμένης έπαυλης οφείλεται, όπως λέγεται, στο όνομα της συζύγου του ιδιοκτήτη της βίλα, της Ελβετίδας Blanche ή Bianca Meyer, στην οποία και πρόσφερε το συγκεκριμένο αρχοντικό ως δώρο για το γάμο τους.Ένας αστικός μύθος λέει πως η πολυτελής αυτή βίλα, σε σχέδια του Αρριγκόνι, ήταν το γαμήλιο δώρο του Ντίνο Φερνάντεζ στη Bianca και έτσι της δώσανε το όνομα «CasaBianca». Το κτήριο στα επόμενα χρόνια ήταν γνωστό και ως VillaBlanche και VillaBianca αλλά και ως VillaFernandez. Το ζευγάρι έκανε τρία παιδιά την Αλίν, την Νίνα και τον Πέτρο ή Pierre.

Οι ιστορίες που πλαισιώνουν το αρχοντικό πολλές. Μια από τις πιο ρομαντικές ιστορίες της πόλης συσχετίζεται με τη μεγάλη κόρη της οικογενεία την Αλίν. Το 1912. Η Αλίν μπαίνει στο τραμ για να πάει στο Ντεπώ, όπου ήταν ο τερματικός σταθμός και μετά περπατούσε 200 βήματα πιο πέρα για να φτάσει στην CasaBianca. Στο μπροστινό βαγόνι λοιπόν, λόγω ζέστης λιποθυμάει. Τη συνεφέρει ο Σπύρος Αλιμπέρτης, Έλληνας αξιωματικός που άνηκε στον ελληνικό στρατό και συμμετείχε στην απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης. Ερωτεύονται κεραυνοβόλα, την πάει στο σπίτι της, αλλά οι μικτοί γάμοι ( εβραίοι –  χριστιανοί) τότε απαγορεύονται και ο Ντίνο Φερνάντεζ, πατέρας της Αλίν, τους απαγορεύει να είναι μαζί.  Έτσι κλέβονται.

Η Αλίν γίνεται χριστιανή, μεγάλο σκάνδαλο ξεσπάει στην πόλη, το γράφουνε οι εφημερίδες και οι δυο τους εγκαταλείπουν την πόλη οριστικά. Όπως αναφέρει η τοπική εφημερίδα «Το Φως» στο φύλλο της 8ης Μαρτίου 1914, επέστρεψαν γιατί ο Αλιμπέρτης έφερνε τα οικονομικά συμβόλαια ανοικοδόμησης της πόλης. Τότε, ο πεθερός τους δέχεται.

Το 1931 η Bianca μητέρα της Αλίν, πεθαίνει στο Παρίσι. Στο δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, το 1943, η οικογένεια Φερνάντεζ δολοφονήθηκε ένας – ένας στην Ιταλία από τους Ναζί. Τα μοναδικά μέλή της που σώθηκαν ήταν η Αλίνγιατί ήταν χριστιανή και η Νίνα διότι βρισκόταν στο Παρίσι.

Αξίζει να πούμε πως ο Ντίνο ΦερνάντεζΝτιάζεκείνη την εποχή δραστηριοποιούνταν σε διάφορες βιομηχανικές επιχειρήσεις. Μαζί με τον Misrachy είχε τη Ζυθοποιία «Όλυμπος», την οποία αργότερα αγόρασε η γνωστή εταιρεία «FIX». Με τον γαμπρό του Αλιμπέρτη και άλλους συνεταίρους έστησε ένα εργοστάσιο παγοποιίας στη Καβάλα, ενώ ήταν επίσης συνέταιρος με τον Torres και άλλους, σε ένα εργοστάσιο υφαντουργίας Γιούτας, τη μετέπειτα εταιρεία  «ΒΙΛΚΑ» της Θεσσαλονίκης.  Η οικογένεια Fernandez  ζούσε μια μεγαλοαστική ζωή  και πέρα από τακτικές χορηγίες σε κοινωφελή ιδρύματα της Εβραϊκής Κοινότητας της εποχής, δεν είχε ιδιαίτερες επαφές με τα υπόλοιπα κοινωνικά στρώματα του εβραϊκού στοιχείου της πόλης, που στην συντριπτική του πλειοψηφία του ήταν εργάτες ή μικροεπαγγελματίες. Η έπαυλή τους έζησε λαμπρές οικογενειακές γιορτές και δεξιώσεις, στις οποίες συμμετείχαν τότε διακεκριμένες προσωπικότητες της υψηλής κοινωνίας της πόλης (τραπεζίτες και έμποροι) καθώς και πολιτικοί, όπως ο Ελευθέριος Βενιζέλος ή ο βασιλιάς Γεώργιος.

Η CasaBianca επιτάχθηκε από τους κατακτητές και ο επάνω όροφος χρησιμοποιήθηκε ως κατοικία του Ιταλού προξένου. Κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, το κτήριο της CasaBianca επιτάχθηκε από τον ιταλικό στρατό και στην συνέχεια από τον γερμανικό και ένα μέρος της χρησιμοποιήθηκε ως κατοικία του ιταλού προξένου. Ακολουθούν τα δύσκολα χρόνια των διωγμών των εβραίων, οπότε και οι ιδιοκτήτες της έπαυλης αναγκάζονται να την εγκαταλείψουν και να διαφύγουν στην Ιταλία, όπου και εκεί εντοπίζονται και σκοτώνονται από άνδρες των SS.

Το ζεύγος Αλιμπέρτη, που με τον έρωτά του σημάδεψε μια ολόκληρη περίοδο της σύγχρονης Θεσσαλονίκης, δεν ακολουθεί την υπόλοιπη οικογένεια στην Ιταλία, αλλά επιλέγει να κρυφτεί έως ότου κοπάσουν οι διωγμοί. Λίγα μόλις χρόνια αργότερα, μέρος της έπαυλης χρησιμοποιείται ως σχολείο, ενώ ο Σπύρος και η Αλίν εξακολουθούν να ζουν στο ισόγειο του αρχοντικού. Το 1964 ο Σπύρος Αλιμπέρτης πεθαίνει και έναν χρόνο αργότερα την ίδια μοίρα έχει και η Αλίνε Φερνάντεζ. Το 1976 το αρχοντικό που στέγασε τον πολύκροτο αυτό έρωτα, χαρακτηρίστηκε ως έργο τέχνης και κατά της τριετία 1994-1997 πραγματοποιήθηκαν οι διαδικασίες αναστήλωσης του, γεγονός που επέτρεψε την ακίνδυνη επίσκεψη του κοινού στον χώρο.

Πλέον στο αρχοντικό του 20ού αιώνα, το οποίο έχει διατηρήσει όλα εκείνα τα στοιχεία που το καθιστούν ξεχωριστό, όπως είναι η αίγλη, η μοναδική αρχιτεκτινική, η απαράμιλλη ομορφιά, στεγάζεται η Δημοτική Πινακοθήκη, η οποία φιλοξενεί περισσότερα από 1.000 έργα τόσο Ελλήνων, όσο και ξένων δημιουργών. Μια επίσκεψη στο εκπληκτικό αυτό αρχοντικό αρκεί για να θαυμάσουμε τα εκθέματα, αλλά και μέσα από την ιστορία του, να συνειδητοποιήσουμε, ότι η αληθινή αγάπη νικάει τα πάντα, ανεξάρτητα από τα εμπόδια που εμφανίζονται στο δρόμο της.

 

Κάντε το πρώτο σχόλιο

Υποβολή απάντησης

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται.


*