Η ώρα να ανοίξει η συζήτηση για την ίση μεταχείριση όλων των παρόχων υγείας του ΕΟΠΥΥ
Γράφει ο Θοδωρής Δεληγιάννης, Μηχανικός Βιοϊατρικής Τεχνολογίας MSc
Το 2019 η Πολιτεία έκανε μια σημαντική επιλογή. Όπως ανέφερε και ο Πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης κατά την επίσκεψή του στο πάρκο βιοτεχνολογίας Athens LifeTech Park, στα Σπάτα αποδέχθηκε την πρόταση της φαρμακευτικής βιομηχανίας να μετατρέψει ένα μέρος της υποχρέωσης από το clawback σε επενδυτικό κίνητρο. Η λογική ήταν απλή: αντί το clawback να αποτελεί αποκλειστικά μια υποχρεωτική επιστροφή χρημάτων προς το Δημόσιο, μέρος του να μπορεί να κατευθύνεται σε επενδύσεις, έρευνα και ανάπτυξη.
Η επιλογή αυτή δεν ήταν χωρίς λογική.
Η χώρα χρειάζεται επενδύσεις. Χρειάζεται παραγωγή, τεχνολογία, έρευνα, θέσεις εργασίας και ισχυρή εγχώρια βιομηχανία.
Μάλιστα, τα στοιχεία που έχουν παρουσιαστεί για την περίοδο 2019–2023 δείχνουν ότι ο μηχανισμός κινητοποίησε επενδυτικά προγράμματα άνω του 1,1 δισ. ευρώ.
Όμως εδώ γεννάται ένα εύλογο ερώτημα:
Γιατί αυτή η φιλοσοφία να αφορά μόνο συγκεκριμένες κατηγορίες επιχειρήσεων που επιβαρύνονται με clawback και όχι συνολικά τις επιχειρήσεις που παρέχουν υπηρεσίες υγείας στον ΕΟΠΥΥ;
Το ίδιο clawback, διαφορετική αντιμετώπιση
Ο ΕΟΠΥΥ εφαρμόζει μηχανισμό clawback και στις λοιπές υπηρεσίες υγείας, πέραν της φαρμακευτικής δαπάνης. Αυτό αποτυπώνεται και στις σχετικές ανακοινώσεις του Οργανισμού.
Επομένως, στην πράξη υπάρχει μια ιδιαίτερη κατάσταση.
Υπάρχουν επιχειρήσεις που συμμετέχουν στη χρηματοδότηση του συστήματος μέσω clawback και μπορούν, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, να συνδέσουν μέρος αυτής της υποχρέωσης με επενδύσεις.
Και υπάρχουν άλλοι πάροχοι του ΕΟΠΥΥ οι οποίοι αντιμετωπίζουν το clawback ως καθαρή οικονομική επιβάρυνση.
Το ίδιο κράτος.
Ο ίδιος μηχανισμός.
Η ίδια λογική υπέρβασης προϋπολογισμού.
Διαφορετική όμως αντιμετώπιση.
Αυτό είναι το ζήτημα που πρέπει πλέον να συζητηθεί.
Δεν ζητούν προνόμιο. Ζητούν έναν κανόνα που να επιβραβεύει την επένδυση
Ας πάρουμε έναν πάροχο υπηρεσιών υγείας.
Για να παρέχει σύγχρονες υπηρεσίες στον ασφαλισμένο του ΕΟΠΥΥ, πρέπει να επενδύει συνεχώς.
Σε ιατροτεχνολογικό εξοπλισμό.
Σε μηχανήματα.
Σε λογισμικό.
Σε ψηφιακές υποδομές.
Σε συστήματα τηλεπαρακολούθησης.
Σε εξοπλισμό κατ’ οίκον φροντίδας.
Σε αναπνευστική υποστήριξη.
Σε εκπαίδευση προσωπικού.
Σε εγκαταστάσεις.
Σε τεχνική υποστήριξη και πιστοποίηση.
Οι επενδύσεις αυτές δεν είναι πολυτέλεια.
Είναι η ίδια η υποδομή πάνω στην οποία στηρίζεται η παροχή της υπηρεσίας.
Και όμως, όταν η επιχείρηση αυτή επιβαρύνεται με clawback, το ποσό αυτό δεν μετατρέπεται αυτομάτως σε επενδυτικό κεφάλαιο.
Αντίθετα, αφαιρείται από τη ρευστότητα της επιχείρησης.
Και εδώ δημιουργείται το παράδοξο:
το κράτος ζητά από τον πάροχο να επενδύει περισσότερο, ενώ ταυτόχρονα του αφαιρεί πόρους μέσω του clawback.
Το clawback μπορεί να γίνει εργαλείο ανάπτυξης
Η ίδια η φιλοσοφία του επενδυτικού clawback αποδεικνύει ότι υπάρχει και άλλος δρόμος.
Η σχετική ΚΥΑ προβλέπει διαδικασία συμψηφισμού της αυτόματης επιστροφής με δαπάνες έρευνας και ανάπτυξης και επενδυτικά σχέδια.
Δεν πρόκειται δηλαδή για απλή διαγραφή μιας οφειλής.
Η λογική είναι:
«Εφόσον η επιχείρηση ούτως ή άλλως επιβαρύνεται με clawback, ένα μέρος αυτής της επιβάρυνσης μπορεί να μετατραπεί σε παραγωγική επένδυση».
Αυτό ακριβώς θα μπορούσε να εφαρμοστεί, με τις απαραίτητες προσαρμογές, και στις επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών υγείας.
Γιατί να μην υπάρξει «Επενδυτικό Clawback Υγείας»;
Η πρόταση είναι απλή.
Να δημιουργηθεί ένας μηχανισμός Επενδυτικού Clawback Υγείας, στον οποίο θα μπορούν να εντάσσονται πάροχοι που αποδεδειγμένα πραγματοποιούν επιλέξιμες επενδύσεις.
Όχι ανεξέλεγκτα.
Όχι χωρίς προϋποθέσεις.
Και ασφαλώς όχι ως μια γενική απαλλαγή από το clawback.
Αλλά με αυστηρούς κανόνες.
Για παράδειγμα:
- πιστοποιημένες επενδύσεις,
- συγκεκριμένες επιλέξιμες κατηγορίες εξοπλισμού,
- ψηφιακός μετασχηματισμός,
- νέες τεχνολογίες υγείας,
- υποδομές κατ’ οίκον φροντίδας,
- τηλεϊατρική και τηλεπαρακολούθηση,
- αναβάθμιση υπηρεσιών προς τους ασφαλισμένους,
- εκπαίδευση και πιστοποίηση προσωπικού,
- συγκεκριμένα ανώτατα όρια συμψηφισμού,
- αυστηρός έλεγχος των επενδύσεων από ανεξάρτητο φορέα.
Με έναν τέτοιο μηχανισμό, το clawback δεν θα εξαφανίζεται.
Θα μετατρέπεται εν μέρει σε επένδυση.
Και ποιος θα κερδίσει;
Πρώτα απ’ όλα ο ίδιος ο ασφαλισμένος.
Καλύτερος εξοπλισμός σημαίνει καλύτερη υπηρεσία.
Νεότερη τεχνολογία σημαίνει καλύτερη παρακολούθηση.
Ψηφιακές υποδομές σημαίνουν ταχύτερη και αποτελεσματικότερη εξυπηρέτηση.
Η κατ’ οίκον φροντίδα μπορεί να περιορίσει την ανάγκη για νοσηλεία.
Η σύγχρονη αναπνευστική υποστήριξη μπορεί να κρατήσει ασθενείς στο σπίτι.
Η τηλεπαρακολούθηση μπορεί να επιτρέψει την έγκαιρη παρέμβαση.
Και τελικά, η επένδυση στον πάροχο μπορεί να αποτελέσει επένδυση στο ίδιο το σύστημα υγείας.
Δεν μπορεί η πολιτική clawback να δημιουργεί επιχειρήσεις δύο ταχυτήτων
Το πρόβλημα δεν είναι ότι η φαρμακοβιομηχανία έχει επενδυτικά κίνητρα.
Το πρόβλημα είναι γιατί αυτά τα κίνητρα δεν εξετάζονται με αντίστοιχη λογική και για τους υπόλοιπους κλάδους που σηκώνουν το βάρος της παροχής υπηρεσιών υγείας.
Αν η Πολιτεία αναγνωρίζει ότι το clawback είναι τόσο βαρύ ώστε να χρειάζεται να μετατραπεί εν μέρει σε επενδυτικό εργαλείο για να προστατευθούν οι επενδύσεις ενός κλάδου, τότε πρέπει να εξετάσει και την κατάσταση των υπόλοιπων παρόχων.
Γιατί η οικονομική πίεση δεν είναι αποκλειστικό προνόμιο κανενός κλάδου.
Και οι πάροχοι υπηρεσιών υγείας έχουν προσωπικό.
Έχουν εξοπλισμό.
Έχουν λειτουργικά έξοδα.
Έχουν επενδύσεις.
Έχουν φορολογικές και ασφαλιστικές υποχρεώσεις.
Και, κυρίως, έχουν απέναντί τους ασθενείς.
Η ισονομία δεν σημαίνει ίδια μεταχείριση. Σημαίνει αντικειμενική μεταχείριση.
Εδώ βρίσκεται ίσως η πιο σημαντική διάσταση της συζήτησης.
Δεν σημαίνει ότι όλοι οι πάροχοι πρέπει να πάρουν ακριβώς το ίδιο καθεστώς.
Οι ανάγκες της φαρμακοβιομηχανίας είναι διαφορετικές από εκείνες μιας εταιρείας κατ’ οίκον φροντίδας, ενός διαγνωστικού κέντρου ή ενός παρόχου ιατροτεχνολογικών υπηρεσιών.
Αλλά όταν η Πολιτεία αποφασίζει να χρησιμοποιήσει το clawback ως αναπτυξιακό εργαλείο, τότε πρέπει να εξηγήσει με αντικειμενικά κριτήρια ποιοι δικαιούνται να συμμετέχουν και γιατί.
Και κυρίως:
γιατί ο πάροχος που επενδύει στην υγεία του πολίτη να μην μπορεί να μετατρέψει μέρος του clawback του σε επένδυση στην ίδια την υπηρεσία που παρέχει;
Από το clawback ως τιμωρία στο clawback ως επένδυση
Το ζητούμενο δεν είναι να καταργηθεί το clawback αύριο το πρωί.
Το ζητούμενο είναι να αλλάξει η φιλοσοφία του.
Από έναν μηχανισμό που λειτουργεί αποκλειστικά ως δημοσιονομική επιστροφή, να εξελιχθεί και σε μηχανισμό που ενισχύει την παραγωγική ικανότητα του συστήματος υγείας.
Clawback που επιστρέφεται στο κράτος είναι δημοσιονομικό έσοδο.
Clawback που μετατρέπεται σε πιστοποιημένη επένδυση είναι ανάπτυξη.
Και όταν η επένδυση αφορά άμεσα την υγεία των πολιτών, τότε μπορεί να είναι και τα δύο:
δημοσιονομική πολιτική και πολιτική υγείας.
Η Πολιτεία πρέπει να απαντήσει
Το ερώτημα πλέον είναι πολιτικό αλλά και απολύτως πρακτικό:
Είναι δίκαιο να ζητάμε από όλους τους παρόχους να συμμετέχουν στο clawback, αλλά να μην παρέχουμε σε όλους τους κλάδους τη δυνατότητα να μετατρέψουν, υπό αυστηρούς όρους, μέρος αυτής της επιβάρυνσης σε επένδυση;
Εάν η απάντηση είναι «ναι», τότε πρέπει να εξηγηθεί γιατί.
Εάν η απάντηση είναι «όχι», τότε υπάρχει ένας δρόμος:
να σχεδιαστεί ένα ενιαίο, διαφανές και αντικειμενικό πλαίσιο επενδυτικού συμψηφισμού για όλους τους παρόχους που επιβαρύνονται με clawback και πραγματοποιούν πραγματικές, ελέγξιμες επενδύσεις στην υγεία.
Γιατί τελικά το ζητούμενο δεν είναι να χαριστεί clawback.
Το ζητούμενο είναι να μην τιμωρείται η επένδυση.
Και κυρίως να μην έχουμε ένα σύστημα όπου:
ο ένας πάροχος επενδύει με το clawback και ο άλλος απλώς το πληρώνει.
Αυτό δεν είναι απλώς θέμα χρημάτων.
Είναι θέμα ισονομίας, ανταγωνισμού και τελικά ποιότητας της ίδιας της δημόσιας υγείας.
Κάντε το πρώτο σχόλιο