Ο Άντριου Μπράιτμπαρτ υπήρξε μια από τις πιο αμφιλεγόμενες προσωπικότητες της αμερικανικής δημόσιας ζωής. Άλλοι τον θεωρούν πρωτοπόρο της ψηφιακής ενημέρωσης, άλλοι αρχιτέκτονα της μετα-αλήθειας. Όποια θέση κι αν υιοθετήσει κανείς, δύσκολα μπορεί να αρνηθεί ότι άσκησε καθοριστική επιρροή στον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί σήμερα η δημόσια σφαίρα του διαδικτύου.
Η σημαντικότερη κληρονομιά του δεν ήταν ούτε το Breitbart News ούτε η συμμετοχή του στα πρώτα βήματα της Huffington Post. Ήταν η διατύπωση μιας νέας αρχής: αν τα παραδοσιακά μέσα ενημέρωσης δεν εκπροσωπούν τις ιδέες σου, τότε δημιούργησε τα δικά σου.
«Αισθανθήκαμε ότι τα υπάρχοντα μέσα μάς αγνοούσαν. Έτσι αποφασίσαμε να δημιουργήσουμε τα δικά μας μέσα», είχε δηλώσει το 2004 στο περιοδικό Reason. Μέσα σε αυτή τη φράση συνοψίζεται ολόκληρη η φιλοσοφία του. Όχι «τα μέσα». Τα δικά μας μέσα.
Η φράση αυτή αποδείχθηκε πολύ πιο σημαντική από όσο φαινόταν τότε. Δεν αφορούσε μόνο τους Αμερικανούς συντηρητικούς ούτε μια συγκεκριμένη πολιτική παράταξη. Εισήγαγε μια νέα αντίληψη για την ενημέρωση, σύμφωνα με την οποία η νομιμοποίηση μιας είδησης δεν προέρχεται πλέον από τους δημοσιογραφικούς θεσμούς αλλά από την ίδια την κοινότητα που την παράγει, τη διαδίδει και την υιοθετεί.
Οι επικριτές του υποστηρίζουν ότι αυτή η αντίληψη υπονόμευσε τη δημοσιογραφία, θόλωσε τα όρια ανάμεσα στο ρεπορτάζ, την άποψη και την πολιτική προπαγάνδα και συνέβαλε στη διάδοση ανακριβειών και θεωριών συνωμοσίας. Για αυτούς, ο Μπράιτμπαρτ δεν εκδημοκράτισε την ενημέρωση· αποδυνάμωσε τους μηχανισμούς που διασφάλιζαν την αξιοπιστία της.
Οι υποστηρικτές του βλέπουν ακριβώς το αντίθετο. Υποστηρίζουν ότι έσπασε το μονοπώλιο των παραδοσιακών μέσων, έδωσε δημόσιο βήμα σε ανθρώπους που θεωρούσαν ότι αποκλείονταν από τον κυρίαρχο λόγο και απέδειξε ότι η τεχνολογία επέτρεπε πλέον σε οποιονδήποτε να συμμετέχει στη διαμόρφωση της δημόσιας ατζέντας.
Ίσως, όμως, η μεγαλύτερη σημασία του Μπράιτμπαρτ να βρίσκεται αλλού. Ίσως απλώς διέγνωσε νωρίτερα από τους περισσότερους μια ιστορική μεταβολή που έτσι κι αλλιώς θα συνέβαινε. Το διαδίκτυο, τα ιστολόγια και στη συνέχεια τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης κατήργησαν στην πράξη την αποκλειστικότητα των παραδοσιακών πυλωρών της ενημέρωσης. Αν δεν το έκανε ο ίδιος, πιθανότατα θα το έκανε κάποιος άλλος.
Σήμερα, σχεδόν είκοσι χρόνια μετά, το «δόγμα Μπράιτμπαρτ» δεν αποτελεί ιδιοκτησία της αμερικανικής Δεξιάς. Έχει υιοθετηθεί, συνειδητά ή ασυνείδητα, από ολόκληρο το πολιτικό φάσμα. Κάθε ιδεολογικός χώρος διαθέτει πλέον τα δικά του μέσα, τις δικές του πλατφόρμες, τους δικούς του δημοσιογράφους, τους δικούς του ειδικούς και, πολλές φορές, τα δικά του γεγονότα.
Αυτό είναι ίσως το πιο παράδοξο της εποχής μας. Δεν ζούμε σε μια περίοδο έλλειψης πληροφόρησης αλλά υπερπληροφόρησης. Δεν λείπουν οι ειδήσεις· λείπει το κοινό σημείο αναφοράς πάνω στο οποίο μπορεί να οικοδομηθεί ένας κοινός δημόσιος διάλογος.
Γι’ αυτό και η πραγματική πρόκληση σήμερα δεν είναι να αποφασίσουμε αν εμπιστευόμαστε τα παραδοσιακά ή τα εναλλακτικά μέσα. Είναι να καλλιεργήσουμε την πνευματική πειθαρχία που μας επιτρέπει να αμφισβητούμε και τα δύο. Να διακρίνουμε πότε μια είδηση μάς ενημερώνει και πότε απλώς επιβεβαιώνει όσα ήδη πιστεύουμε.
Ίσως αυτή να είναι η μεγαλύτερη κληρονομιά του Μπράιτμπαρτ. Όχι ότι άλλαξε τη δημοσιογραφία. Αλλά ότι μας ανάγκασε να αναρωτηθούμε ποιος αποφασίζει τελικά τι είναι είδηση και ποιος έχει το δικαίωμα να τη μεταδώσει. Και αυτό είναι ένα ερώτημα που θα συνοδεύει τη δημοκρατία όσο θα υπάρχουν μέσα ενημέρωσης.
Κάντε το πρώτο σχόλιο