Με την ονομασία αυτή είναι γνωστή η ένοπλη σύγκρουση, που έλαβε χώρα στην Αθήνα, μεταξύ των βρετανικών δυνάμεων και των κυβερνητικών από τη μια πλευρά που φρόντισαν να εκμεταλλευτούν την ακυβερνησία της Ελλάδας μετά την αποχώρηση των γερμανικών στρατευμάτων κατοχής και από την άλλη του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ που απελευθέρωσαν την Αθήνα. Αποτελούν τη μόνη περίπτωση στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο κατά την οποία συγκρούσθηκαν μεταξύ τους συμμαχικές δυνάμεις.
Ξεκίνησε στις 3 Δεκεμβρίου 1944 με την αιματηρή κατάληξη του συλλαλητηρίου της Πλατείας Συντάγματος και τελείωσε τυπικά με την υπογραφή της Συμφωνίας της Βάρκιζας στις 12 Φεβρουαρίου 1945. Ήταν το προανάκρουσμα του Εμφυλίου Πολέμου (1946 – 1949), αν και για ορισμένους ιστορικούς η εμφύλια διαμάχη είχε ξεκινήσει πριν από την Απελευθέρωση.
Η αντιπαράθεση αυτή προήλθε από το κενό εξουσίας, που δημιουργήθηκε στην Ελλάδα μετά την αποχώρηση των γερμανικών δυνάμεων κατοχής τον Οκτώβριο του 1944. Το ΕΑΜ/ΕΛΑΣ, με νωπές τις αντιστασιακές δάφνες της Κατοχής, είχε ένα καλά συγκροτημένο στρατιωτικό σώμα και διεκδικούσε μερίδιο στην εξουσία. Απέναντί του οι αστικές δημοκρατικές δυνάμεις ήταν τελείως αδύναμες να του αντιπαρατεθούν, όντας σχεδόν 9 χρόνια σκορπισμένη (Δικτατορία Μεταξά, Κατοχή), ενώ μεγάλο μέρος του κρατικού μηχανισμού έφερε τη στάμπα του δοσίλογου.
Για να μην ξεφύγει λοιπόν ο έλεγχος και η Ελλάδα «πέσει» στα χέρια των κομμουνιστών ζητείται η συνδρομή των Βρετανών, που ασκούσαν μεγάλη επιρροή στα ελληνικά πράγματα και ως συμμαχική δύναμη, ήταν εκ των ων ουκ άνευ για την επιβίωση της αστικής δημοκρατίας.
Στις 18 Οκτωβρίου 1944 έφθασε στην Αθήνα ο Γεώργιος Παπανδρέου και δύο μέρες αργότερα σχημάτισε την Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας, στην οποία συμμετείχαν και έξι ΕΑΜικοί Υπουργοί. Ένα από τα πρώτα ζητήματα που έπρεπε να επιλύσει η νέα κυβέρνηση ήταν η αποστράτευση των αντιστασιακών οργανώσεων και η δημιουργία εθνικού στρατού. Στις 5 Νοεμβρίου ο Γεώργιος Παπανδρέου ανακοίνωσε ότι ύστερα από τη συνεργασία που είχε με τον στρατηγό Σκόμπι (επικεφαλής των Βρετανικών Δυνάμεων στην Ελλάδα), ο ΕΛΑΣ και ο ΕΔΕΣ θα αποστρατεύονταν ως τις 10 Δεκεμβρίου 1944.

Όμως, η απόφαση αυτή δεν άρεσε στο ΚΚΕ, καθώς μία ενδεχόμενη αποστράτευση του ΕΛΑΣ θα του αφαιρούσε ένα ισχυρό χαρτί παρουσίας στα πολιτικά πράγματα της χώρας. Οι διαπραγματεύσεις για την αποστράτευση των αντιστασιακών οργανώσεων ναυάγησαν στις 28 Νοεμβρίου και την 1η Δεκεμβρίου οι Υπουργοί του ΕΑΜ αποχώρησαν από την κυβέρνηση Παπανδρέου. Ήταν φανερό ότι οι δύο πλευρές οδηγούνταν σε σύγκρουση, την οποία επιδίωκε το ΚΚΕ από τις 20 Νοεμβρίου με απόφαση του Πολιτικού του Γραφείου, σύμφωνα με νεότερα στοιχεία.
Το ΕΑΜ διοργανώνει την Κυριακή 3 Δεκεμβρίου ένα μεγάλο παναθηναϊκό συλλαλητήριο στην Πλατεία Συντάγματος, παρά την κυβερνητική απαγόρευση. Υπολογίζεται ότι πήραν μέρος πάνω από 100.000 άνθρωποι, ενώ κάποιοι ιστορικοί τους ανεβάζουν και στις 500.000. Το συλλαλητήριο βάφτηκε στο αίμα, καθώς οι διαδηλωτές δέχθηκαν καταιγισμό πυρών από την πλευρά των δυνάμεων ασφαλείας, με αποτέλεσμα να σκοτωθούν 30 άτομα και να τραυματισθούν 148.
Για το ποιος άρχισε την επίθεση υπήρχαν τρεις εκδοχές. Χρόνια αργότερα, στις 12 Δεκεμβρίου 1958, ο αστυνομικός διευθυντής Αθηνών κατά τη διάρκεια των «Δεκεμβριανών», Άγγελος Έβερτ (πατέρας του πολιτικού και αρχηγού της Ν.Δ. Μιλτιάδη Έβερτ), σε συνέντευξή στην εφημερίδα «Ακρόπολις» θα παραδεχτεί ότι ήταν αυτός που διέταξε τη βίαιη διάλυση της διαδήλωσης βάσει διαταγών που είχε λάβει, επειδή υπήρχε κίνδυνος κατάλυσης του κράτους!!
Κατάσταση χάους και πείνα σε όλη τη χώρα
Η πανηγυρική ατμόσφαιρα της απελευθέρωσης δεν μπορούσε να αποκρύψει τα μεγάλα προβλήματα που παρέμεναν στη χώρα. Η κυβέρνηση Παπανδρέου είχε εγκατασταθεί στην Αθήνα, ενώ τμήμα του ΕΛΑΣ την υποδέχτηκε με τιμητικό άγημα. Παράλληλα ο ΕΛΑΣ κυριαρχούσε στο μεγαλύτερο μέρος της ηπειρωτικής χώρας. Γερμανικές δυνάμεις παρέμεναν στην Κρήτη, στα Δωδεκάνησα και σε διάφορα άλλα νησιά του Αιγαίου. Η κατάσταση ήταν χαώδης. Η Ελλάδα είχε ερημωθεί, ο λαός πεινούσε, χρήματα δεν υπήρχαν, ενώ πολιτικά η χώρα ήταν χωρισμένη σε αντίπαλα στρατόπεδα.
Το ξεκίνημα της κρίσης
Αμέσως μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας από τους Γερμανούς κατακτητές, η κυβέρνηση εθνικής ενότητας του Γεωργίου Παπανδρέου ανέλαβε το δύσκολο έργο της ανόρθωσης της χώρας. Στην κυβέρνηση είχε δεχθεί να προσχωρήσει και η Αριστερά.
Έξι στελέχη ανέλαβαν υπουργεία (Αλέξανδρος Σβώλος, Άγγελος Αγγελόπουλος, Νικόλαος Ασκούτσης από την Π.Ε.Ε.Α., Ηλίας Τσιριμώκος από το Ε.Α.Μ. και οι Μιλτιάδης Πορφυρογένης και Γιάννης Ζέβγος από το Κ.Κ.Ε.). Τα προβλήματα που έπρεπε να αντιμετωπισθούν άμεσα ήταν το πολιτειακό ζήτημα, η παραπομπή σε δίκη και τιμωρία των δωσίλογων και η συγκρότηση εθνικού στρατού και αστυνομίας, καταργουμένων των ένοπλων τμημάτων των αντιστασιακών ομάδων.
Ταυτόχρονα είχε τεθεί αφενός μεν το ζήτημα της τιμωρίας των συνεργατών του κατακτητή, αφετέρου δε η μεθόδευση του αφοπλισμού των ανταρτών. Η βάση πάνω στην οποία κινούνταν η πολιτική του Παπανδρέου ήταν η Συμφωνία της Καζέρτας, η οποία υπέτασσε όλες τις ελληνικές δυνάμεις (εθνικό στρατό και ανταρτικές ομάδες) υπό συμμαχική διοίκηση και συγκεκριμένα τον στρατηγό Ρόναλντ Σκόμπι. Για το πολιτειακό συμφωνήθηκε ότι θα λυνόταν με ελεύθερο δημοψήφισμα αμέσως μόλις το επέτρεπαν οι συνθήκες, χωρίς να καθοριστεί σαφώς ο χρόνος. Σε αυτό το πλαίσιο, ο εξόριστος μονάρχης είχε πιεσθεί ώστε να δεσμευτεί να μην επιστρέψει στη χώρα πριν ο λαός αποφασίσει ρητά για τη μορφή του πολιτεύματος που επιθυμούσε. Παρά τις αντιρρήσεις του, ο Γεώργιος δέχτηκε τελικά με παρότρυνση και των Βρετανών να παραχωρήσει την αντιβασιλεία στον αρχιεπίσκοπο Δαμασκηνό. Για το ζήτημα της δίκης των δωσίλογων και συνεργατών, συμφωνήθηκε αυτή να ξεκινήσει στα μέσα Δεκεμβρίου.
Σε αντίθεση με τις μαζικές αντεκδικήσεις που έγιναν σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όπως στη Γαλλία και στην Ιταλία, εις βάρος των συνεργαζόμενων με τις κατοχικές δυνάμεις ελάχιστες ώρες μετά την απελευθέρωσή τους, στην Αθήνα ο ΕΛΑΣ Αθηνών έδωσε εντολή να μη υπάρξουν βίαια έκτροπα. Η ειρηνική διάθεση του ΕΛΑΣ επιβεβαιώνεται από κυβερνητικές και από βρετανικές πηγές που αναφέρουν ότι τις πρώτες ημέρες μετά την απελευθέρωση, στην Αθήνα επικρατούσε ησυχία.
Στις 15 Οκτωβρίου 1944 οργανώθηκε διαδήλωση από τις εθνικιστικές οργανώσεις και ταγμάτων ασφαλείας στην διάρκεια της οποίας τα μέλη προπηλακίστηκαν για την συνεργασία τους με τον κατακτητή από οπαδούς του ΕΑΜ. Δυστυχώς η απάντηση δεν άργησε να έρθει όταν μέλη διαδήλωσης του ΕΑΜ πυροβολήθηκαν με αποτέλεσμα νεκρούς και τραυματίες από ένοπλους δωσιλογικών οργανώσεων που είχαν καταλύσει υπό περιορισμό στα ξενοδοχεία της περιοχής.
Παρ’ όλους τους νεκρούς της, η εαμική αντίδραση παρέμεινε στο πλαίσιο της καταγγελίας, χωρίς αντίποινα. Από τα πυρά σκοτώθηκαν τουλάχιστον επτά μέλη αριστερών οργανώσεων και τραυματίστηκαν 82. Στη συνέχεια υπήρξε συστηματική κωλυσιεργία των αρχών για τη σύλληψη και προσαγωγή σε δίκη γνωστών συνεργατών των κατακτητών, καθώς και η πρωτοφανής απόδραση 720 έγκλειστων δωσίλογων από τις φυλακές Συγγρού.
Το σημείο που τελικά οδήγησε στην κρίση ήταν ο αφοπλισμός των αντάρτικων ομάδων, προς δημιουργία εθνικού στρατού. Το θέμα αυτό θα μπορούσε να καθορίσει αποφασιστικά την κατανομή της εξουσίας μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων. Στις 5 Νοεμβρίου ο Γεώργιος Παπανδρέου ανακοίνωσε, σε συμφωνία με τον στρατηγό Ρόναλντ Σκόμπι, ότι ο ΕΛΑΣ και ο ΕΔΕΣ θα αποστρατευθούν ως τις 10 Δεκεμβρίου. Η απόφαση είχε ληφθεί τέσσερις μέρες νωρίτερα, κατόπιν σύσκεψης στην οποία μετείχε και ο Γιώργης Σιάντος του ΚΚΕ. Με την ίδια ανακοίνωσή του, ο πρωθυπουργός γνωστοποίησε τη συμφωνία για διάλυση της Εθνικής Πολιτοφυλακής του ΕΑΜ, την οποία, προσωρινά, θα αντικαταστούσε ένα σώμα Εθνοφυλάκων. Ακολούθησαν μακρές διαπραγματεύσεις μεταξύ της κυβερνήσεως και του ΕΑΜ. Στις 18 Νοεμβρίου συμφωνήθηκε η ίδρυση Εθνοφρουράς, η οποία θα στελεχωνόταν από τους κληρωτούς της τάξης του 1936.
Ο υφυπουργός Στρατιωτικών Λάμπρος Λαμπριανίδης δεν ήταν όπως φαίνεται σύμφωνος με ότι ερχόταν και λειτουργώντας χωρίς εντολή, επανάφερε στα στράτευμα, δίχως καν να ενημερώσει τον πρωθυπουργό (κι ας κρατούσε μάλιστα ο ίδιος το υπουργείο Στρατιωτικών) ή να ζητήσει την άδεια του Γενικού Επιτελείου, περισσότερους από 100 αξιωματικούς των Ταγμάτων Ασφαλείας, ενώ από τους συνολικά 250 νέους Εθνοφύλακες, κανείς δεν προερχόταν από τον ΕΛΑΣ. Έτσι στις 25 Νοεμβρίου αντικαταστάθηκε…
Αυτό που ήθελε η βρετανική κυβέρνηση ήταν «να δημιουργηθεί εθνικός στρατός με δύναμη 40.000 ανδρών, ικανός να αναλάβει καθήκοντα εσωτερικής ασφάλειας, ώστε να γίνει εφικτή η ταχύτερη αποδέσμευση των βρετανικών δυνάμεων από την Ελλάδα προς τις άλλες ζώνες επιχειρήσεων». Η τελική απόφαση για τη συγκρότηση εθνικού στρατού όριζε πως αυτόν θα αποτελούσαν αφενός η Γ΄ Ορεινή Ταξιαρχία, ο Ιερός Λόχος και τμήμα του ΕΔΕΣ και από την άλλη μια ταξιαρχία του ΕΛΑΣ, ίσης δύναμης, αλλά και βάρους οπλισμού με τους τρεις προαναφερθέντες σχηματισμούς. Η συμφωνία θα έπρεπε να επικυρωθεί στις 28 Νοεμβρίου του 1944, ωστόσο κάτι τέτοιο δεν συνέβη. Ωστόσο την επομένη ημέρα (29/11/1944) ο Παπανδρέου μετέβαλε άποψη και πρότεινε νέο σχέδιο αφοπλισμού των ενόπλων σωμάτων, με επιμέρους διοικήσεις και με τον ΕΛΑΣ να εκπροσωπείται σε ποσοστό μικρότερο του 50%. Το ΚΚΕ με πρωτοβουλία του Σάντου, διεμήνυσε στην κυβέρνηση διά στόματος του Γιάννη Ζέβγου ότι η διάλυση όλων των ενόπλων σχηματισμών θα έπρεπε να έχει οπωσδήποτε ολοκληρωθεί την 10η Δεκεμβρίου, όπως επίσης ζήτησε την άμεση παραπομπή σε δίκες για όλους τους δωσίλογους, με την ακροαματική διαδικασία να έχει τελειώσει, με την έκδοση αποφάσεων, την ίδια προκαθορισμένη ημέρα με τον αφοπλισμό.
Τα επεισόδια στις αρχές Δεκεμβρίου 1944
Την επομένη, μετά τις πρώτες κηδείες των θυμάτων, οι συγκρούσεις γενικεύτηκαν, με τη συμμετοχή στρατιωτικών δυνάμεων του ΕΛΑΣ. Το ΕΑΜ συγκρότησε νέα διαδήλωση, με αποτέλεσμα να υπάρχουν κι άλλοι νεκροί. Το ίδιο βράδυ, ο πρωθυπουργός Γεώργιος Παπανδρέου υπέβαλε την παραίτησή του, αλλά μεταπείστηκε από τους Άγγλους και παρέμεινε στη θέση του. Η πλάστιγγα άρχισε να γέρνει με το μέρος του ΕΛΑΣ, που έλεγχε σχεδόν όλη την Αθήνα, εκτός από το κέντρο της πρωτεύουσας. Οι δυνάμεις του ανέρχονταν σε περίπου 20.000 άνδρες (10.000 μάχιμους και άλλους τόσους εφεδρικούς).

Η κυβέρνηση μπορούσε να υπολογίζει σε περίπου 10.000 μάχιμους, στους οποίους συμπεριλαμβάνονταν και οι άνδρες της εμπειροπόλεμης 3ης Ορεινής Ταξιαρχίας, που είχε έλθει με δάφνες από το Ρίμινι με επικεφαλής τον συνταγματάρχη Θρασύβουλο Τσακαλώτο (θείο του υπουργού Οικονομικών και στελέχους του ΣΥΡΙΖΑ Ευκλείδη Τσακαλώτου) και φυσικά στη βρετανική δύναμη υπό τον υποστράτηγο Ρόναλντ Σκόμπι, που ήταν και η καλύτερα εξοπλισμένη απ’ όλους τους εμπλεκόμενους και αριθμούσε γύρω στους 5.000 άνδρες.
Το ίδιο εκείνο βράδυ (3 Δεκεμβρίου 1944) ο Παπανδρέου, προσπαθώντας να βρει διέξοδο στην τεταμένη κατάσταση, κατέθεσε πρόταση περί σχηματισμού οικουμενικής κυβέρνησης με πρωθυπουργό τον αρχηγό των Φιλελευθέρων Θεμιστοκλή Σοφούλη, με παραίτηση του ίδιου του Παπανδρέου και όλων των υπουργών (ΕΑΜικών και μη ΕΑΜικών). Ενώ όλες οι αντιμαχόμενες πλευρές στην Αθήνα (περιλαμβανομένων του ΚΚΕ και του Βρετανού πρέσβη Ρέτζιναλντ Λήπερ) αποδέχθηκαν την πρόταση του Παπανδρέου, αρνήθηκε να τη συζητήσει ο ίδιος ο Τσώρτσιλ, ενώ έστειλε τηλεγράφημα στον Λήπερ με σαφείς οδηγίες:
«Πρέπει να υποχρεώσετε τον Παπανδρέου να κάνει το καθήκον του και να τον διαβεβαιώσετε ότι, εάν το κάνει, θα υποστηριχθεί με όλες τις δυνάμεις μας. Αν παραιτηθεί, φυλακίστε τον έως ότου συνέλθει, όταν πια θα έχουν τελειώσει οι μάχες. Θα μπορούσε το ίδιο καλά να αρρωστήσει και να μην μπορεί να τον πλησιάσει κανείς. […] Έχει περάσει ο καιρός που η οποιαδήποτε ομάδα Ελλήνων πολιτικών θα μπορούσε να επηρεάσει αυτή την εξέγερση του όχλου. Η μόνη του ελπίδα [του Παπανδρέου] είναι να βγει απ’ αυτή την κατάσταση, τασσόμενος ανεπιφύλακτα στο πλευρό μας».
Την επόμενη μέρα, στις 4 Δεκεμβρίου, πραγματοποιήθηκε η γενική απεργία που είχε προκηρύξει το ΕΑΜ από τις 2 Δεκεμβρίου και τελέστηκε η κηδεία των θυμάτων του συλλαλητηρίου της προηγούμενης μέρας. Η νεκρώσιμη ακολουθία έγινε στη μητρόπολη της Αθήνας και στη συνέχεια η νεκρική πομπή κατευθύνθηκε προς το Σύνταγμα. Στην κορυφή της πομπής ξεχώριζε ένα πανό το οποίο κρατούσαν τρεις νεαρές μαυροφορεμένες γυναίκες και έγραφε: «Όταν ο Λαός βρίσκεται μπροστά στον κίνδυνο της τυραννίας διαλέγει ή τις αλυσίδες ή τα όπλα. ΕΑΜ».
Η πορεία αυτή χτυπήθηκε ξανά με πυροβολισμούς, κυρίως από μέλη της οργάνωσης Χ και πρώην ταγματασφαλίτες που διέμεναν σε ξενοδοχεία της Ομόνοιας με αρκετούς νεκρούς.

Συνεχείς μάχες μέσα στην πόλη
Η πρόθεση του ΕΛΑΣ στη Μάχη της Αθήνας ήταν να αφοπλίσει όσες αστυνομικές υπηρεσίες αντιστέκονταν, ώστε να αποδυναμώσει τον αντίπαλο. Ιδιαίτερα σκληρές μάχες δόθηκαν στην περιοχή Μακρυγιάννη για τον έλεγχο του Συντάγματος Χωροφυλακής που έδρευε εκεί (6 – 11 Δεκεμβρίου 1944). Όταν οι Βρετανοί κατάλαβαν ότι τα πράγματα λάμβαναν άσχημη τροπή γι’ αυτούς, αποφάσισαν να ενισχύσουν τις δυνάμεις τους στην Αθήνα, αποσπώντας μονάδες από το μέτωπο της Ιταλίας. Από τα μέσα Δεκεμβρίου, οι κυβερνητικές δυνάμεις άρχισαν σταδιακά να κερδίζουν έδαφος. Οι Βρετανοί με επίλεκτους στρατιώτες, άρματα μάχης και αεροπορία, αφού πρώτα εξουδετέρωσαν τη δύναμη του ΕΛΑΣ στις ανατολικές συνοικίες της Αθήνας και ιδιαίτερα στο προπύργιό του, την Καισαριανή, άρχισαν να εκκαθαρίζουν το κέντρο της πόλης, όπου υπήρξαν ομηρικές οδομαχίες στα στενοσόκακα γύρω από την Πλατεία Ομονοίας, στου Ψυρρή και το Μεταξουργείο.
Ο Τσώρτσιλ πίστευε όμως ότι το ελληνικό πρόβλημα δεν μπορούσε να λυθεί με στρατιωτικά μέσα, αλλά μόνο με πολιτικά. Γι’ αυτό, ανήμερα των Χριστουγέννων, ήλθε στην Αθήνα.
Στα πολιτικά ζητήματα υπήρξε πλήρης διαφωνία. Ο Σιάντος απαίτησε να δοθούν στο ΕΑΜ σχεδόν τα μισά Υπουργεία, να διωχθούν από τον κρατικό μηχανισμό οι δοσίλογοι, να διαλυθεί η Χωροφυλακή, να γίνει δημοψήφισμα για το πολιτειακό το Φεβρουάριο και εκλογές τον Απρίλιο. Οι όροι, αρκούντως μαξιμαλιστικοί, απορρίφθηκαν απ’ όλους τους πολιτικούς, καθώς πίστευαν ότι θα οδηγούσαν σε κομμουνιστικοποίηση του κράτους. Το ΚΚΕ έδειξε αδιαλλαξία, έχοντας την ψευδαίσθηση ότι η έλευση του Τσώρτσιλ στην Αθήνα ήταν ένδειξη αδυναμίας και δεν προχώρησε σ’ ένα συμβιβασμό, που θα του επέτρεπε να διασώσει τις δυνάμεις του και να αποκτήσει σημαντικό μερίδιο της εξουσίας.
Δεύτερη γενική επίθεση
Στο μέτωπο των μαχών οι βρετανικές δυνάμεις εξαπέλυσαν από τις 27 Δεκεμβρίου, γενική επίθεση κατά του ΕΛΑΣ. Οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την Αθήνα στις 5 Ιανουαρίου και τον Πειραιά στις 7 Ιανουαρίου, όταν ο όγκος των βρετανικών μηχανοκινήτων αλλά και η εξάντληση των εφοδίων και των πυρομαχικών υποχρέωσαν τις δυνάμεις του ΕΛΑΣ να υποχωρήσουν προς τα βόρεια. Οι βρετανικές δυνάμεις, αεροπορία και πυροβολικό, βομβάρδισαν το Περιστέρι χτυπώντας την 13η μεραρχία του ΕΛΑΣ. Σύμφωνα με έκθεση της μεραρχίας του ΕΛΑΣ, περισσότερες από 4.000 βόμβες έπληξαν τη περιοχή με αποτέλεσμα απώλειες στους αμάχους.
Μάχες σε Μεταξουργείο, Εξάρχεια, Γηροκομείο
Στη περιοχή του Μεταξουργείου πολεμούσε το 5ο τάγμα αλεξιπτωτιστών, το 6ο τάγμα μαζί με το 153ο τάγμα εθνοφυλακής μαζί με άρματα μάχης. Η προέλαση των Βρετανών ήταν αργή καθώς πολεμούσαν ενάντια στο έμπειρο 9ο σύνταγμα του ΕΛΑΣ (Μεσσηνίας). Στις 3 Ιανουαρίου 1945, οι μαχητές του ΕΛΑΣ κυκλώθηκαν. Σύμφωνα με βρετανικές αναφορές ο ΕΛΑΣ είχε 151 νεκρούς, ενώ οι Βρετανοί 10.
Στη περιοχή των Εξαρχείων, οι βρετανικές δυνάμεις πολεμούσαν κυρίως εναντίον του ΕΛΑΣ και της σπουδάζουσας νεολαίας. Οι μάχες δόθηκαν και μέσα σε πολυκατοικίες, ενώ στην περιοχή του Γηροκομείου δόθηκε η τελευταία μεγάλη μάχη.
Πέντε ημέρες μετά την εκκένωση της Αθήνας, στις 11 Ιανουαρίου, οι μάχες τερματίστηκαν, αφού οι Θεόδωρος Μακρίδης, Αθηναγόρας Αθηνέλλης, Γιάννης Ζέβγος και Δημήτρης Παρτσαλίδης, ως εκπρόσωποι της Κ.Ε. του ΕΛΑΣ, υπέγραψαν στρατιωτική εκεχειρία με τον Ρόναλντ Σκόμπι, που τέθηκε σε ισχύ στις 14/1/1945.
Ακόμα, στα απομνημονεύματά του σημειώνει σχετικά: «Δεν έχει νόημα να κάνεις τέτοια πράγματα με ημίμετρα». Επιδιώκοντας δε να εισπράξει τη συμπαράσταση του Αμερικανού προέδρου Φραγκλίνου Ρούζβελτ για την επέμβασή του στην Ελλάδα, ο Τσώρτσιλ δεν δίστασε να ψεύδεται εσκεμμένα σε μήνυμά του προς αυτόν, αναφέροντας απώλειες δήθεν 40.000 βρετανών στρατιωτών στην προσπάθεια υπεράσπισης της Ελλάδας κατά την προσβολή της από τις δυνάμεις του Άξονα κατά την περίοδο 1940-41.
- Από τις 30 Δεκεμβρίου, ο βασιλιάς είχε ενδώσει στις αφόρητες πιέσεις των Βρετανών και ανακοίνωσε το διορισμό του Δαμασκηνού ως Αντιβασιλέα και την πρόθεσή του να επιστρέψει στην Ελλάδα, μόνο αν το θελήσει ο λαός. Ο Γεώργιος Παπανδρέου παραιτήθηκε από την πρωθυπουργία και στις 3 Ιανουαρίου 1945 τον διαδέχθηκε ο Νικόλαος Πλαστήρας.
- Στις 5 Ιανουαρίου 1945 οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ αναγκάζονται να εγκαταλείψουν την Αθήνα, υπό την πίεση των υπέρτερων κυβερνητικών και βρετανικών δυνάμεων. Στις 11 Ιανουαρίου ο ΕΛΑΣ υπέγραψε ανακωχή με τους Βρετανούς και στις 12 Φεβρουαρίου 1945 έληξαν και τυπικά τα «Δεκεμβριανά», με τη Συμφωνία της Βάρκιζας. Το ΕΑΜ είχε ηττηθεί στρατιωτικά και πολιτικά.
ΤΙ ΕΧΟΥΝ ΓΡΑΨΕΙ ΙΣΤΟΡΙΚΟΙ ΓΙΑ ΤΑ ΔΕΚΕΜΒΡΙΑΝΑ
ΑΥΤΗ ΤΗ ΜΑΥΡΗ ΣΕΛΙΔΑ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΧΩΡΑΣ ΜΑΣ
Ο ιστορικός και καθηγητής πανεπιστημίου Γιώργος Μαργαρίτης προσεγγίζει το ζήτημα του λεγόμενου «δεκεμβριανού κινήματος» αναζητώντας τα αίτια του κυρίως στην προσπάθεια της μεταπολεμικής ελληνικής άρχουσας τάξης να μη θιγούν τα αποταμιευμένα από την Κατοχή κέρδη μίας μικρής μερίδας πολιτών που είτε συνεργάσθηκαν ευθέως με τους κατακτητές, είτε επωφελήθηκαν από την κατάσταση προκειμένου να πλουτίσουν σε βάρος της λιμοκτονούσης πλειονότητας.
Στον αντίποδα, ο Γιώργος Μαυρογορδάτος αναφέρει πως τα Δεκεμβριανά αποτέλεσαν μία ανόητη απόπειρα κατάληψης της εξουσίας από το ΚΚΕ, εφαρμόζοντας τα σχέδια που είχε εκπονήσει ο ΕΛΑΣ για κατάληψη της εξουσίας ήδη από το 1943.
Στο ίδιο μήκος κύματος, ο Στάθης Καλύβας αναφέρει πως τα Δεκεμβριανά δεν ήταν αυθόρμητη εξέγερση, αλλά μία προαποφασισμένη απόφαση από το ΚΚΕ για βίαιη κατάληψη της εξουσίας.
Αντίθετα, ο ιστορικός Μενέλαος Χαραλαμπίδης υποστηρίζει ότι, αν το ΕΑΜ/ΕΛΑΣ στόχευε εξαρχής σε κατάληψη εξουσίας, αφενός θα εξαπέλυε το στρατιωτικό του κίνημα στο κενό διάστημα από 12-18 Οκτωβρίου του 1944, αφετέρου δεν θα καθυστερούσε την έναρξη επιχειρήσεων εναντίον των Βρετανών επί μια σχεδόν εβδομάδα μετά την έκρηξη της σύγκρουσης.
Πηγές: sansimera.gr
el.wikipedia.org
Κάντε το πρώτο σχόλιο