Συνάντηση Μητσοτάκη – Ερντογάν: Μία ακόμη βύθιση (υποχώρηση) στα ήρεμα νερά;

Η πρόσφατη συνάντηση Μητσοτάκη – Ερντογάν παρουσιάστηκε από την κυβέρνηση ως ακόμη ένα βήμα «εξομάλυνσης» και «θετικής ατζέντας». Όμως πίσω από τους χαμηλούς τόνους και τις φωτογραφίες καλής θέλησης, διαμορφώνεται μια εικόνα που γεννά σοβαρά ερωτήματα για τη στρατηγική, την αυτοπεποίθηση και – κυρίως – την αποτελεσματικότητα της ελληνικής διπλωματίας.

Άρθρο της Θεοδώρας Τζάκρη στο militaire.gr

1. Η συγκυρία δεν ήταν ουδέτερη

Η συνάντηση έγινε σε περίοδο όπου η Τουρκία έχει στραμμένη την προσοχή της σε Συρία, Ιράκ, Ιράν και στα ανοικτά μέτωπα με το Ισραήλ. Δηλαδή σε μια φάση κατά την οποία η Άγκυρα ιεραρχεί άλλες γεωπολιτικές προτεραιότητες και δεν έχει λόγο να «κάψει» διαπραγματευτικό κεφάλαιο στο Αιγαίο. Παρά ταύτα, πριν από τη συνάντηση φρόντισε να υπενθυμίσει όλες τις αναθεωρητικές της διεκδικήσεις. Δεν προσήλθε με διάθεση αποκλιμάκωσης θέσεων· προσήλθε διατηρώντας ακέραιο το πλαίσιο αμφισβήτησης.

2. Οι συμβολισμοί δεν είναι λεπτομέρειες

Σε επίπεδο πρωτοκόλλου, τον Έλληνα πρωθυπουργό υποδέχθηκαν ο Υπουργός Τουρισμού και ο Δήμαρχος Άγκυρας. Σε διεθνές επίπεδο, οι συμβολισμοί έχουν βαρύτητα. Όταν ο επικεφαλής της ελληνικής κυβέρνησης δεν τυγχάνει αντίστοιχης θεσμικής βαρύτητας, το μήνυμα που εκπέμπεται είναι η υποβάθμιση. Η εικόνα αυτή δεν αποτελεί μία «τυπικότητα». Είναι πολιτικό μήνυμα. Η Τουρκία, μέσα από αυτόν τον συμβολισμό, έδειξε ότι δεν αντιμετωπίζει την Ελλάδα ως ισότιμο συνομιλητή, στο επίπεδο που η ελληνική πλευρά θα όφειλε να απαιτεί.

Ενισχύστε το militaire.gr ,δείτε γιατί ΕΔΩ

3. Η Navtex του 25ου μεσημβρινού

Λίγο πριν τη συνάντηση, η Τουρκία – μεταξύ άλλων προκλήσεων – εξέδωσε Navtex, ουσιαστικά δηλώνοντας ότι καμία κίνηση πέραν του 25ου μεσημβρινού δεν μπορεί να γίνει χωρίς δική της άδεια. Με αυτή την κίνηση πέτυχε δύο στόχους: αφενός ενίσχυσε τη ρητορική περί «διαμοιρασμού» του Αιγαίου, αφετέρου έθεσε στην Ελλάδα το δίλημμα αν θα αντιδράσει ή αν θα επιλέξει τη «νηφαλιότητα». Η ελληνική απάντηση στην πρόκληση ήταν η επιλογή των «ήρεμων νερών». Όμως όταν μια πρόκληση δεν συναντά σαφή αντίδραση σε διεθνές επίπεδο, δημιουργείται προηγούμενο. Και τα προηγούμενα στις διεθνείς σχέσεις σπάνια μένουν ανεκμετάλλευτα. Αν η χώρα εμφανίζεται να αποδέχεται σιωπηρά τέτοιες κινήσεις, είναι εύλογο να αναμένουμε νέες, ίσως πιο έντονες, δοκιμές αντοχής. Η Ελλάδα όφειλε να απαιτήσει απόσυρση της προκλητικής Navtex σε όλα τα δυνατά διεθνή επίπεδα και βεβαίως στη συνάντηση Μητσοτάκη – Ερντογάν. Και η Ελλάδα «απάντησε» ότι είναι «ήρεμη». Δεν αντιδρά καθόλου στις προκλήσεις. Άρα θα πρέπει να αναμένουμε νέες, μεγαλύτερες προκλήσεις, όσο δεν σταματάμε με σοβαρό τρόπο τη διπλωματία των προκλήσεων.

4. Οι «7 συμφωνίες» που δεν ήταν συμφωνίες

Η κυβέρνηση μίλησε – σχεδόν πανηγυρικά – για επτά συμφωνίες. Στην πραγματικότητα επρόκειτο για κοινές δηλώσεις προθέσεων και ένα MOU. Η διαφορά δεν είναι τεχνική, αλλά ουσιαστική. Οι συμφωνίες δεσμεύουν και παράγουν έννομα αποτελέσματα. Οι δηλώσεις προθέσεων απλώς καταγράφουν πολιτική βούληση. Η υπερβολή στην παρουσίαση του αποτελέσματος ενισχύει την εντύπωση ότι η επικοινωνία προτάχθηκε της ουσίας.

5. Τα «αλληλένδετα ζητήματα» του Αιγαίου

Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν έθεσε εκ νέου το σύνολο των τουρκικών διεκδικήσεων υπό τον τίτλο «αλληλένδετα και αλληλοεξαρτώμενα ζητήματα» στο Αιγαίο. Πρόκειται για την πάγια τουρκική στρατηγική: να μετατραπεί η μία και μοναδική αναγνωρισμένη διαφορά – η οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ – σε πακέτο πολλαπλών θεμάτων, από αποστρατιωτικοποίηση έως «γκρίζες ζώνες». Η ελληνική πλευρά δεν φάνηκε να αποδομεί ρητά αυτή τη λογική. Όταν αποδέχεσαι τη συζήτηση σε ένα διευρυμένο πλαίσιο, ακόμη και αν δεν το αναγνωρίζεις νομικά, δημιουργείς πολιτικό έδαφος πάνω στο οποίο ο άλλος μπορεί να οικοδομήσει.

7. Υπόγειες διεργασίες για συνυποσχετικό;

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης μίλησε για θετικό κλίμα ως προς ενδεχόμενο συνυποσχετικού για διεθνή διαιτησία – όχι κατ’ ανάγκη στη Χάγη – και αναφέρθηκε μάλιστα σε αισιοδοξία και του Ερντογάν. Από πού προκύπτει άραγε αυτή η αισιοδοξία; Υπάρχουν άτυπες ή μυστικές διαπραγματεύσεις και, αν ναι, με ποιο αντικείμενο; Πώς μπορεί να υπογραφεί συνυποσχετικό όταν υφίσταται casus belli και όταν η Τουρκία κάνει λόγο για «γκρίζες ζώνες»; Πώς θα οριστούν τα αντικείμενα της διαφοράς, όταν η Τουρκία αμφισβητεί ευθέως την κυριότητα ελληνικών νησιών; Και από που θα μετρηθούν οι θαλάσσιες ζώνες, όταν τα χωρικά μας ύδατα είναι στα 6 ν.μ.; Η αίσθηση ότι κάτι κινείται στο παρασκήνιο, χωρίς σαφή ενημέρωση της κοινής γνώμης και των πολιτικών δυνάμεων, ενισχύει την καχυποψία και όχι την εμπιστοσύνη.

Ενισχύστε το militaire.gr ,δείτε γιατί ΕΔΩ

8. Το Ισραήλ και η γεωπολιτική ισορροπία

Η Ελλάδα έχει διαμορφώσει στρατηγική σχέση με το Ισραήλ τα τελευταία χρόνια. Η τοποθέτηση του πρωθυπουργού για τη Γάζα ήταν θεμιτή στο ανθρωπιστικό της σκέλος. Ωστόσο, η ευρύτερη ρητορική άφησε χώρο στην Τουρκία να εμφανιστεί ως παράγοντας λύσης του Παλαιστινιακού. Σε μια περίοδο που οι συμμαχίες αναδιατάσσονται, η προσεκτική ισορροπία είναι κρίσιμη. Δεν χρειαζόταν η ελληνική πλευρά να προσφέρει, έστω άθελά της, διπλωματικό κεφάλαιο στην Άγκυρα.

9. Συρία και «ανασυγκρότηση»

Η Τουρκία προτείνει -υποκριτικά- τη συμμετοχή της Ελλάδας στη διαδικασία ανασυγκρότησης της Συρίας, την ίδια στιγμή που υπονομεύει, μέσω της στήριξής της σε εξτρεμιστικές ισλαμικές ομάδες, την ίδια την ύπαρξη του Χριστιανικού πληθυσμού στην περιοχή. Με την πρόταση αυτή, επιπλέον, καταδεικνύει το έλλειμμα αυτοτέλειας της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, καθώς συμπεριφέρεται ως «μεσάζοντας» των δικών μας συμφερόντων.

10. Δυτική Θράκη και ιστορική μνήμη

Ο Ερντογάν επανέφερε προκλητικά το ζήτημα «τουρκικής μειονότητας» στη Δυτική Θράκη. Και αφού τα κείμενα ήταν συμφωνημένα, τη διατύπωση τη δέχθηκε και η ελληνική πλευρά! Η απάντηση του Έλληνα πρωθυπουργού – όχι ισοδύναμη κατά τη γνώμη μας – ότι πρόκειται για θρησκευτική μειονότητα ήταν νομικά ορθή (συνθήκη Λωζάννης). Ωστόσο δεν έγινε καμία αναφορά στο γεγονός ότι η ελληνική (όχι θρησκευτική) μειονότητα της Κωνσταντινούπολης από περίπου 120.000 ανθρώπους περιορίστηκε σε δύο χιλιάδες, ως αποτέλεσμα πολιτικών της Άγκυρας. Η διπλωματία δεν είναι μόνο νομική επιχειρηματολογία· είναι και υπενθύμιση ιστορικών πραγματικοτήτων.

Ενισχύστε το militaire.gr ,δείτε γιατί ΕΔΩ

11. Το casus belli και τα 12 ν.μ.

Η αναφορά στην άρση του casus belli έγινε χωρίς ρητή σύνδεση με το δικαίωμα επέκτασης στα 12 ναυτικά μίλια. Όμως είναι γνωστό ότι κύριος στόχος της Τουρκίας είναι να αποτραπεί η επέκταση, εκεί όπου την ενδιαφέρει στρατηγικά (Αν. Αιγαίο). Η Τουρκία αν δεν λάβει σαφείς διαβεβαιώσεις για την επέκταση πέραν του 25ου Μεσημβρινού, δεν έχει λόγο να άρει την απειλή. Το γεγονός ότι τέθηκε το ζήτημα σε κοινά συμφωνημένο πλαίσιο ανακοινώσεων σημαίνει ότι προηγήθηκε συνεννόηση. Ποιά ήταν όμως τα ανταλλάγματα;

12. Τι κέρδισε η Τουρκία

Η Τουρκία παρέμεινε στις πάγιες διεκδικήσεις της και τις ενίσχυσε με ένα νέο στοιχείο: την αναπάντητη Navtex του 25ου μεσημβρινού. Παράλληλα, έστειλε μήνυμα στην Ευρώπη ότι με την Ελλάδα «συζητά» και ότι επικρατεί ύφεση. Σε ένα τέτοιο κλίμα, μπορεί ευκολότερα να πιέσει για ζητήματα όπως η τελωνειακή ένωση ή άλλα ευρωπαϊκά εργαλεία συνεργασίας, καθώς θα προβάλλεται το επιχείρημα ότι δεν υφίσταται άμεση ένταση. Αντίστοιχα, προς τις ΗΠΑ εκπέμπεται το μήνυμα ότι τα ελληνοτουρκικά βρίσκονται σε τροχιά διαλόγου, άρα δεν συνιστούν παράγοντα αποσταθεροποίησης.

13. Τι έχασε η Ελλάδα

Η Ελλάδα συνεχίζει να μην ασκεί πλήρως τα κυριαρχικά της δικαιώματα και εμφανίζεται να αποδέχεται ότι θα ενημερώνει για ενέργειες σε περιοχές που η Τουρκία μονομερώς χαρακτηρίζει ως αμφισβητούμενες. Η χώρα λειτουργεί κατευναστικά και αντιδραστικά, χωρίς εμφανή μακροπρόθεσμη στρατηγική. Δεν διαθέτει θεσμοθετημένο Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας με σταθερό αντικείμενο την ανάλυση διεθνών δεδομένων και τη χάραξη εθνικής στρατηγικής. Το ερώτημα παραμένει: τι θα πράξει με τα ενεργειακά καλώδια που πρέπει να αναπτυχθούν στο Αιγαίο; Αν η επιλογή είναι η «αγορά χρόνου» μέσω συνεχών υποχωρήσεων – καταπίνοντας Navtex, παρεμβάσεις και διατυπώσεις περί αμοιβαίων ενημερώσεων – τότε ο χρόνος αυτός ενδέχεται να κοστίσει ακριβά. Βεβαίως στις δηλώσεις του πρωθυπουργού δεν υπήρξε καμία αναφορά στο Κυπριακό, ένα μείζον ζήτημα του ελληνισμού.

Η εξωτερική πολιτική όμως δεν μπορεί να εξαντλείται στη διαχείριση εντυπώσεων. Απαιτεί σαφή στρατηγική, κόκκινες γραμμές και θεσμική θωράκιση. Διαφορετικά, τα «ήρεμα νερά» μπορεί να αποδειχθούν απλώς η επιφάνεια μιας διαρκούς ήττας της χώρας.-

(*)/: Η Θεοδώρα Τζάκρη είναι βουλευτής Πέλλας, αντιπρόεδρος του Κινήματος Δημοκρατίας και αντιπρόεδρος των Ευρωπαίων Δημοκρατών.

Κάντε το πρώτο σχόλιο

Υποβολή απάντησης

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται.


*