Μαρία Βλάχου: Η δικηγορίνα από τα Γιαννιτσά που λατρεύει την θεατρική σκηνή – Σενάριο της επιλέχθηκε από το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου

Γεννήθηκε και μεγάλωσε στα Γιαννιτσά, μέσα σε μια από τις πιο νόστιμες ταβέρνες της πόλης, όπου διάβαζε, ζωγράφιζε κι έβλεπε πολλές ταινίες σε ένα μικρό φορητό dvdplayer. Η ταβέρνα της θείας με τα φαγητά και τις μουσικές της, καθώς και τους σταθερούς πελάτες της, ήταν το σημείο αναφοράς της. Από εκεί έβγαινε για να πάει φροντιστήριο, από εκεί έβγαινε βόλτες με φίλους και εκεί γύριζε μετά το μπαλέτο και τα μαθήματα πιάνου. Ακόμη και σήμερα είναι η πρώτη στάση όταν έρχεται στα Γιαννιτσά.

Η Μαρία Βλάχου σπούδασε νομική στο ΑΠΘ και αποφάσισε μετά το πτυχίο της ότι θέλει να κάνει άσκηση στην Αθήνα, εφόσον τότε μόνο στην πρωτεύουσα υπήρχε αμοιβή στους ασκούμενους δικηγόρους. Μόλις τρεις μήνες μετά ήρθε η πρώτη καραντίνα κι έτσι πριν εξερευνήσει την Αθήνα έμεινε αποκλεισμένη στο σπίτι. Ο στόχος όμως είχε καθοριστεί. Θα έδινε εξετάσεις σε δραματική σχολή.

Κι αφού πέτυχε σε δυο σχολές επέλεξε την σχολή της Δήμητρας Χατούπη, η οποία της έδινε την δυνατότητα να εργάζεται παράλληλα. Κατά τη διάρκεια των σπουδών της έκανε άσκηση στο Νομικό Συμβούλιο του Κράτους. Έγινε δικηγόρος, αλλά λάτρεψε την υποκριτική και μέχρι και σήμερα, είναι με το ένα πόδι εδώ και με το άλλο εκεί, κυρίως από ανάγκη όπως οι περισσότεροι άνθρωποι της γενιάς της. Κάπου ανάμεσα σε τόσες υποχρεώσεις τα είπαμε μεταξύ μας για αυτό που μπορεί να κάνει και να δίνει νόημα στην ύπαρξή της, όπως δηλώνει.

ΕΡΩΤ.: Ποια είναι η αγαπημένη σου ταινία ή θεατρική παράσταση;

ΑΠΑΝΤ.: Τα ερεθίσματά μου προέρχονται κυρίως από το σινεμά και λιγότερο από το θέατρο, καθώς δεν είχαμε στην πόλη μας ιδιαίτερη κινητικότητα θεατρικά. Πιο εύκολα λοιπόν μπορώ να μιλήσω για ταινίες, δύσκολα όμως μπορώ να ξεχωρίσω μία.  Από σύγχρονους σκηνοθέτες το Treeoflife του TerrenceMalick είναι μία από αυτές, το Incendies του DenisVilleneuve, το FishTank της AndreaArnold, το Aftersun της CharlotteWelsch, το BeauisAfraid του AriAster, οι Απόντες του Γραμματικού … αγαπημένες, για διαφορετικούς λόγους η καθεμιά.Στο θέατρο άρχισα να πηγαίνω εντατικά από τότε που μετακόμισα Αθήνα και κυρίως από τότε που τελείωσα τη σχολή. Η πρώτη παράσταση που είδα και ξαναπήγα να τη δω, ήταν «η Δημοκρατία του Μπακλαβά» του Ανέστη Αζά. Μετά το «Alarme» του Τερζόπουλου με συγκλόνισε χωρίς να μπορώ ακριβώς να προσδιορίσω γιατί, και «Οι γριές που μαζεύουν την τσουκνίδα» του Κωνσταντίνου Ντέλλα, είναι επίσης μια παράσταση που με συνεπήρε, όπως και το «Μια άλλη Θήβα» του Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου.

ΕΡΩΤ.: Τι αυτό που σε τρομάζει περισσότερο γενικά στον κόσμο; 

ΑΠΑΝΤ.: Πολλά!! Με τρομάζει η έλλειψη κοινής λογικής και ενσυναίσθησης. Με τρομάζει η αδικία. Με τρομάζει ότι υπάρχει πόλεμος, ότι πεθαίνει κόσμος και πρέπει να μιλήσουμε γι’ αυτό και να διαμαρτυρηθούμε επειδή συμβαίνει, ενώ δε θα έπρεπε να συμβαίνει. Με τρομάζει η μη ανάληψη ευθύνης από ανθρώπους που έχουν εξ ορισμού ευθύνη. Τέλος, η αδιαφορία, η νοοτροπία του «αφού εγώ είμαι καλά τα υπόλοιπα δε με αφορούν», είναι θεωρώ μια τρομακτική στάση ζωής.

ΕΡΩΤ.: Πόσο αισιόδοξα πιστεύεις ότι ζει η γενιά σου;

ΑΠΑΝΤ.: Η γενιά μου, που βίωσε στο κατώφλι της εφηβείας τον θάνατο του Αλέξη Γρηγορόπουλου, πέρασε στα σχολικά της χρόνια την κρίση, σπούδασε στον απόηχο αυτής, είδε την άνοδο της Χρυσής Αυγής, πέρασε δυο χρόνια κλεισμένη στο σπίτι της φοβούμενη τις συνέπειες της πανδημίας, είναι μάρτυρας μιας γενοκτονίας στην Γάζα, μιας εγκληματικής αμέλειας και μετέπειτα μιας τρομακτικής συγκάλυψης της υπόθεσης των Τεμπών, ε…νομίζω δυσκολεύεται να ζήσει αισιόδοξα. Η παιδική μου φίλη έχει φύγει εξωτερικό για να βρει καλύτερες συνθήκες ζωής και εργασίας, όλοι γύρω μου –τουλάχιστον τα άτομα που συναναστρέφομαι εγώ- είναι σε μια μετέωρη κατάσταση σχεδόν σε όλους τους τομείς της ζωής τους. Θεωρώ ότι είμαστε η γενιά της μετάβασης. Είμαστε μια γενιά που καλείται συνεχώς να προσαρμόζεται σε γρήγορα μεταβαλλόμενες συνθήκες. Παρόλα αυτά, χωρίς αισιοδοξία δεν είναι εφικτό να ζει κανείς. Η γενιά μου προσπαθεί. Προσπαθεί να βρει τη θέση της σε αυτόν τον φλεγόμενο κόσμο, προσπαθεί να κάνει κάποια πράγματα καλύτερα από πριν, προσπαθεί να έχει ελπίδα. Δε νομίζω ότι είναι θέμα επιλογής ακριβώς, αλλά ανάγκης και γι’ αυτό η προσπάθεια σαν έννοια, πάντα με συγκινεί. Το να προσπαθείς έχει από μόνο του μια μεγάλη αξία.

ΕΡΩΤ.: Πώς προέκυψε στη ζωή σου η υποκριτική; Τι σημαίνει για σένα; 

ΑΠΑΝΤ.: Η τέχνη υπήρχε στη ζωή μου από πάντα, χάρη στη μητέρα μου. Αφενός, γιατί δεν έκανε άλλο παιδί και αναγκαζόμουν πολύ συχνά να παίζω μόνη μου, οπότε έφτιαχνα ιστορίες και ρόλους τους οποίους και έπαιζα, αφετέρου γιατί φρόντισε από πολύ μικρή να εκπαιδευτώ μέσω του μπαλέτου, της μουσικής, της ζωγραφικής… Σίγουρα είχα μια κλίση, αλλά είναι σημαντικό ότι παρατηρούσε το παιδί της και το ωθούσε να αναπτύξει τις κλίσεις του. Για πολλά χρόνια, αυτό που με εξέφραζε καλύτερα ήταν ο χορός, όμως λίγο το ότι ήμουν καλή μαθήτρια, λίγο του ότι «αυτά δεν είναι επαγγέλματα, είναι χόμπι», το άφησα πίσω όταν πέρασα νομική. Όμως σε όλα μου τα φοιτητικά χρόνια, ήμουν βαθιά δυστυχισμένη – ή μάλλον,πιο σωστά, αδυνατούσα πολύ να διαχειριστώ τη ζωή μου και εν μέρει, αυτό οφειλόταν στο γεγονός ότι το σώμα μου δεν εκφραζόταν όπως είχε μάθει για χρόνια. Όταν το συνειδητοποίησα, ξεκίνησα πάλι χορό, αλλά κάθε βράδυ κάτι με ενοχλούσε και έχανα τον ύπνο μου. Τότε, γύρω στα 22 αποφάσισα ότι πρέπει να κάνω κάτι πιο δραστικό. Να σπουδάσω υποκριτική που αγαπούσα. Ήταν μια καλή επιλογή για να «κοροϊδέψω» τον χρόνο και να μπορέσω να αποκτήσω όσες περισσότερες ιδιότητες μπορώ. Καθόλου ποιητικό στην πραγματικότητα, το άγχος μου για το χρόνο και τη ζωή με υποκίνησε. Για μένα τώρα, είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα διαδρομή που προσπαθώ να μην κυνηγάω, αλλά να ακολουθώ. Η υποκριτική είναι μια τέχνη που απαιτεί σκληρή εκπαίδευση, ψυχοσυναισθηματική ετοιμότητα και δυνατό σώμα. Μου δίνει κίνητρο να φροντίζω τον εαυτό μου και ταυτόχρονα να μαθαίνω συνέχεια κάτι καινούριο και να επανεφευρίσκω τον ενθουσιασμό μου.

ΕΡΩΤ.: Σε βρίσκω στο έργο «Μακρόνησος –Τρώαδες» μια παράσταση σύμβολο για τον ιδεολογικό διωγμό και τη βία που υφίστανται οι άνθρωποι. Πρωταγωνίστριες εδώ οι γυναίκες. Πες μου λίγα λόγια για το έργο;

ΑΠΑΝΤ.: Είναι η παράσταση στην οποία είχα την τιμή να συμμετέχω αυτή την χρονιά. Ο σκηνοθέτης και συγγραφέας Ανδρέας Ζαφείρης, έκανε μια πολύ εύστοχη και έξυπνη σύνδεση με το διαχρονικό έργο των Τρωάδων με τις γυναίκες που εξορίστηκαν στα τέλη της δεκαετίας του ‘50 στην Μακρόνησο. Το έργο εκτυλίσσεται στη Μακρόνησο και πραγματεύεται την ιστορία τεσσάρων εξόριστων γυναικών που κλήθηκαν να ανεβάσουν μια παράσταση εν αναμονή της επίσκεψης της Βασίλισσας Φρειδερίκης. Κάθε γυναίκα, εκπροσωπεί και μία Τρωάδα. Η Εκάβη, η Κασσάνδρα, η Ανδρομάχη και η Πολυξένη. Πρόκειται για ένα έργο μυθοπλασίας, το οποίο όμως έχει πολλά ιστορικά στοιχεία μέσα και έχει δημιουργηθεί από αληθινές μαρτυρίες, κάτι το οποίο δίνει στην ιστορία ένα ιδιαίτερο βάρος. Η παράσταση παίζει με το ρεαλιστικό ύφος, το ύφος της τραγωδίας και με το θέατρο ντοκουμέντο και για την συγκεκριμένη παράσταση χρειάστηκε να δούμε πολλά ντοκιμαντέρ, να διαβάσουμε βιβλία, μαρτυρίες, ώστε να αποδώσουμε την ιστορία αυτών των ανθρώπων με σεβασμό. Το ιδιαίτερο για μένα στην παράσταση αυτή ήταν η σχέση με το κοινό. Κι αυτό γιατί, υπήρχε κοινό που είτε είχε συγγενείς στη Μακρόνησο, μια γυναίκα ηλικιωμένη πια η οποία γεννήθηκε εκεί και ήρθε να μας δει, ή και πολύ νεότεροι άνθρωποι οι οποίοι μπορεί να μην είχαν ιδέα για όλα αυτά. Οι αντιδράσεις και οι σκέψεις με όσους μιλούσαμε μετά, οι απορίες που γεννήθηκαν,  ήταν κάτι το ξεχωριστό. Το πιο ενδιαφέρον ωστόσο για μένα, που ερμήνευα μια γυναίκα, η οποία πεθαίνει για τα ιδανικά της, είναι το γεγονός ότι ακόμα και σήμερα, ως Μαρία δεν μπορώ να απαντήσω με απόλυτη βεβαιότητα στο τι θα έκανα.

ΕΡΩΤ.: Πώς προσεγγίζεις έναν ρόλο και ποια θα ήταν η μεγαλύτερη πρόκληση για σένα; 

ΑΠΑΝΤ.:Νομίζω η προσέγγιση ενός ρόλου διαφέρει κάθε φορά, ανάλογα με τη φόρμα ενός έργου και με τις οδηγίες ή την προσέγγιση του εκάστοτε σκηνοθέτη. Ωστόσο, προσπαθώ απολύτως τεχνικά στην αρχή να ξέρω πολύ καλά το κείμενό μου και να δω τις προθέσεις του χαρακτήρα που καλούμαι να ερμηνεύσω, όσο και το τι θέλει να πει ο σκηνοθέτης. Δεν μπορώ να σκεφτώ ποια θα ήταν η μεγαλύτερη πρόκληση για μένα, γιατί κάθε φορά που είναι να κάνω κάτι, μου φαίνεται μεγάλη πρόκληση και το αντιμετωπίζω με το ίδιο ενδιαφέρον και συγκέντρωση. Κάθε φορά που κάποιος μου δείχνει εμπιστοσύνη, για μένα είναι υψηλά τα stakes ώστε να μην τον απογοητεύσω και να μπορέσω να κάνω το καλύτερο που μπορώ. Μπορώ όμως να μοιραστώ έναν ευσεβή πόθο: να συμμετέχω σε μια διεθνή παραγωγή κινηματογραφικά, ή σε μια παράσταση με περιοδεία στο εξωτερικό. Το εμπόδιο της γλώσσας και το πώς αυτό μπορεί να υπερκεραστεί με μια ερμηνεία ειλικρινή είναι κάτι που με συναρπάζει.

ΕΡΩΤ.: Πιστεύεις με όλα αυτά που συμβαίνουν γύρω μας ότι υπάρχει συλλογική μνήμη; Πορευόμαστε με μαθήματα που πήραμε από το παρελθόν;

ΑΠΑΝΤ.: Η αλήθεια είναι, ότι η συλλογική μνήμη φαίνεται να μην υπάρχει ή εάν υπάρχει, φαίνεται να την αγνοούμε, πιστεύοντας ότι κάνοντας τα ίδια θα έχουμε διαφορετικά αποτελέσματα. Γιατί βλέπουμε πολλά σενάρια να επαναλαμβάνονται και πολλά ιστορικά ατοπήματα. Θεωρώ, ότι θα ήταν καλύτερα τα πράγματα αν πορευόμασταν με βάση τη μνήμη μας και όχι με βάση τα τραύματά μας. Ίσως γι’ αυτό να χρειάζεται το θέατρο και η τέχνη, για να μας υπενθυμίζει πράγματα.

ΕΡΩΤ.: Πέρα από ηθοποιός όμως κάνεις βήματα κι ως σεναριογράφος. Κατέθεσες μια σκηνοθετική πρόταση στο Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου και πήρες την προέγκριση χρηματοδότησης. Τι συμμετοχή ήταν αυτή και ποια είναι η ταινία που ετοιμάζεις; Τι πραγματεύεται; 

ΑΠΑΝΤ.: Αυτό συνέβη σχεδόν τυχαία και μάλλον από την ανάγκη μου για δημιουργία – καθώς όταν είσαι ηθοποιός, η δημιουργική σου συμβολή είναι λιγάκι πιο περιορισμένη. Είχα γράψει ένα διήγημα και μετά από προτροπή της συγκατοίκου μου, το μετέτρεψα σε σενάριο μιας ταινίας μικρού μήκους. Μέσα σε λίγες μέρες δουλεύαμε την πρόταση για να προλάβουμε την προθεσμία του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου και η συγκάτοικός μου πίστεψε σε αυτό, αλλιώς θα ήταν απλά ένα κείμενο στο συρτάρι. Ήταν πολύ ευτυχές ότι επιλέχθηκε η πρότασή μας ανάμεσα σε άλλες. Η ιστορία αφορά σε έναν κυνηγό την δεκαετία του 60, ο οποίος προσπαθεί να βρει τη θέση του στην κοινωνία με το να πετύχει μια μπεκάτσα. Όταν όμως το πετυχαίνει αντιλαμβάνεται ότι δεν ήταν αυτό που ήθελε πραγματικά. Πρόκειται για μια ιστορία που μου την είχε πει μικρή η μαμά μου προσπαθώντας να μου εξηγήσει πώς ο παππούς μου –τον οποίο δε γνώρισα ποτέ- έγινε ψαράς. Σε αυτή την ιστορία εγώ καθρέφτισα δικούς μου προβληματισμούς και μάλλον είχα την ανάγκη να γράψω γι’ αυτό, επειδή προσπαθώ κι εγώ να βρω τη θέση μου στον κόσμο και εκείνη την περίοδο, ακόμα πιο έντονα. Πώς με βλέπουν οι άλλοι, πώς βλέπω εγώ την εαυτή μου και τελικά, πώς θέλω να βλέπω τον κόσμο είναι βασικά θέματα που πραγματεύεται η ταινία. Πραγματεύεται και κριτικάρει επίσης, την πατριαρχία, όχι όμως με δηκτικό τρόπο, αλλά νομίζω γίνεται οργανικά, καθώς είμαι γυναίκα και μεταφέρω τα βιώματα από τα μάτια γυναικών. Παρόλα αυτά, ακόμα είμαστε σε αναμονή των γυρισμάτων, καθώς το ποσό αν και σημαντικό, δεν επαρκεί για να γυριστεί η ταινία με τους όρους που θα θέλαμε, γεγονός που ισχύει για την πλειοψηφία των μικρών μήκους στην Ελλάδα. Για παράδειγμα, ιδανικά θα ήθελα να γυριστεί στον τόπο, όπου πραγματικά εκτυλίσσεται, δηλαδή στα Γιαννιτσά, αλλά στην πράξη είναι δύσκολο παραγωγικά.

ΕΡΩΤ.: Δικηγορία και υποκριτική. Πόσο δύσκολο και αν υπάρχουν όρια σε ένα από τα δυο; 

ΑΠΑΝΤ.:Ας είμαστε ειλικρινείς. Δεν κάνω δυο δουλειές από επιλογή. Μπορούν να συνυπάρξουν και τα δύο, αλλά δεν ξέρω για πόσο. Είναι προφανώς ένα δίχτυ ασφαλείας για μένα, αλλά δεν δικηγορώ ενεργά, ούτε είμαι αφοσιωμένη σ’ αυτό. Σίγουρα όμως, έχω πάρει πολλά και από τη δικηγορία. Όρια στην υποκριτική δεν υπάρχουν, παρά προσωπικά όρια του καθένα για το πόσο αντέχει σε αυτόν τον χώρο. Αυτό εξαρτάται από το γιατί το κάνει κανείς, τι προσδοκά από αυτό, σε τι φάση ζωής είναι. Για μένα προς το παρόν, η ζωή μου έχει ενδιαφέρον και μου δίνει μεγάλη χαρά, το να νιώθω δημιουργική και σε διαρκή κίνηση.

ΕΡΩΤ.: Πώς φαντάζεσαι την ζωή σου, την πορεία σου μάλλον σε πέντε χρόνια από σήμερα; Έχουν την τύχη και την ευκαιρία οι νέοι να ονειρεύονται το μέλλον; 

ΑΠΑΝΤ.: Δυσκολεύομαι πολύ να φανταστώ συγκεκριμένα τη ζωή μου σε πέντε χρόνια από τώρα, όσο και την πορεία μου. Κι αυτό, έχει να κάνει με αυτό που λέγαμε προηγουμένως: ότι είμαστε μια γενιά που ζει σε μια αστάθεια και σε συνεχώς μεταβαλλόμενες συνθήκες. Ο φόβος της ματαίωσης είναι κάτι που με σταματά από το να φαντάζομαι πράγματα, απ’ την άλλη όμως, με απελευθερώνει και από ιδεοληψίες και εικόνες που μπορεί να χτίζω στο κεφάλι μου και στην πραγματικότητα δε με εξυπηρετούν. Αυτό που έχω δουλέψει πολύ και είναι η βασική αρχή του ηθοποιού, είναι να είμαι στο τώρα. Κι ενώ ξεκίνησε σαν υποκριτική οδηγία, έχει μπει και στη ζωή μου σαν νοοτροπία και όντως, με έχει βοηθήσει ως άνθρωπο γενικότερα. Σίγουρα θα ήθελα να μπορώ σε πέντε χρόνια από σήμερα να βιοπορίζομαι από την τέχνη μου και να νιώθω ότι πάντα έχω και κάτι άλλο να κατακτήσω. Θα ήθελα να έχω ένα δικό μου σπίτι, να χαίρομαι για κάτι που μου συμβαίνει χωρίς τύψεις ή δεύτερες σκέψεις για όσα δεν πηγαίνουν καλά στον κόσμο, και θα ήθελα να είναι καλά και κοντά μου οι άνθρωποί μου. Νομίζω, ότι όντως είμαστε λίγο άτυχοι σε σχέση με αυτό –το να ονειρευόμαστε το μέλλον- ως νέοι της γενιάς αυτής. Όμως, αν κάτι κατάλαβα βιωματικά από την στιγμή που βγήκα στον εργασιακό στίβο, είναι ότι οι ευκαιρίες δε χαρίζονται, ότι αν δε ζητάς δε σου δίνεται τίποτα και ότι αν δε σου δίνεται αυτό που ζητάς, το ζητάς από λάθος άτομο. Για καλή μας τύχη, τα όνειρα είναι δωρεάν, το μέλλον προϊόν επιλογών μας και τα λάθη μας δικά μας.

 

Κάντε το πρώτο σχόλιο

Υποβολή απάντησης

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται.


*