Η δολοφονία ενός δημοσιογράφου σε μια ελεύθερη κοινωνία κι ένα κράτος που πρέπει να προστατεύει την ελευθερία του Τύπου, είναι μελανό σημείο στην εξέλιξή του και στην εμπιστοσύνη που εμπνέει προς τους πολίτες του. Στην Μάλτα η δολοφονία μιας δημοσιογράφου έφτασε στις δικαστικές αίθουσες. Η έρευνα της δημοσιογράφου ΝτάφνεΓκαλιτσία πριν από τη στοχοποίησή της, είχε επικεντρωθεί, σύμφωνα με την βρετανική εφημερίδα The Guardian, στα έγγραφα PanamaPapers, μια τεράστια διαρροή δεδομένων από τη δικηγορική εταιρεία MossackFonseca. Τα στοιχεία αυτά τα διαχειρίστηκε η Διεθνής Κοινοπραξία Ερευνητικών Δημοσιογράφων γνωστή ως ICIJ που συντονίζει διασυνοριακές έρευνες, φέρνοντας στο φως μυστικές υπεράκτιες εταιρείες που φέρεται να χρησιμοποιούνταν από πολιτικά πρόσωπα για την απόκρυψη περιουσιακών στοιχείων.
Οι συγκεκριμένες αποκαλύψεις άγγιξαν τα ανώτατα κλιμάκια της μαλτέζικης κυβέρνησης, εμπλέκοντας άμεσα τον πρώην υπουργό Ενέργειας Κόνραντ Μίτσι και τον επικεφαλής του επιτελείου ΚιθΣέμπρι σε ύποπτες συναλλαγές, γεγονός που, όπως σημείωσε ο ειδησεογραφικός ιστότοπος Euractiv, προκάλεσε μαζικές αντιδράσεις στους δρόμους της χώρας και οδήγησε τον πρώην πρωθυπουργό Τζόζεφ Μουσκάτ στην προκήρυξη πρόωρων εκλογών.
Η συστηματική της ενασχόληση της Ντάφνεμε τη διαφθορά σταμάτησε απότομα το μεσημέρι της 16ης Οκτωβρίου, όταν το όχημά της καταστράφηκε ολοσχερώς από εκρηκτικό μηχανισμό κοντά στο σπίτι της. Την ημέρα εκείνη ο γιος της, Πολ Καρουάνα Γκαλιτσία, όπως περιέγραψε στο αυτοβιογραφικό του κείμενο στον Guardian, βρισκόταν στο Λονδίνο και ενημερώθηκε τηλεφωνικά από τον αδελφό του Μάθιου, ο οποίος του μετέφερε τα νέα λέγοντας πως «υπήρξε βόμβα στο αυτοκίνητό της».Η ίδια η δημοσιογράφος είχε αναρτήσει το τελευταίο της κείμενο στο προσωπικό της ιστολόγιο μόλις λίγα λεπτά πριν επιβιβαστεί στο αυτοκίνητό της, γράφοντας πως «υπάρχουν απατεώνες όπου κι αν κοιτάξεις τώρα».
Η στάση του κρατικού μηχανισμού απέναντι στις αποκαλύψεις και τις απειλές που δεχόταν η ερευνήτρια κρίθηκε εξαιρετικά προβληματική από μια ανεξάρτητη επιτροπή πρώην δικαστών, η οποία κατέληξε στο πόρισμά της, σύμφωνα με λεπτομέρειες που δημοσίευσε η ICIJ, πως το κράτος φέρει ευθύνη για τη δολοφονία επειδή δημιούργησε ένα κλίμα ατιμωρησίας.Το επίσημο κείμενο της έρευνας ανέφερε πως «το κράτος έχει την υποχρέωση να υπερασπίζεται με κάθε δυνατό τρόπο τη ζωή των δημοσιογράφων», συμπληρώνοντας πως το δικαίωμα στην ελεύθερη έκφραση ισχύει ακόμα και όταν ένας δημοσιογράφος εκφράζει σκληρές απόψεις εναντίον της εκάστοτε κυβέρνησης.
Η δικαστική πορεία της υπόθεσης ξετυλίχθηκε μέσα από εκτενή εξέταση ψηφιακών ιχνών και οικονομικών συναλλαγών, με τους εισαγγελείς να παρουσιάζουνπληθώρα αποδεικτικών στοιχείων στους ενόρκους. Κομβικό ρόλο στη διαδικασία έπαιξε η κατάθεση του οδηγού ταξί Μέλβιν Θούμα, ο οποίος λειτούργησε ως μεσάζων και εξασφάλισε προεδρική χάρη καταθέτοντας, όπως μετέδωσε ο Guardian, ότι ο κατηγορούμενος επιχειρηματίας του ζήτησε να βρει εκτελεστές για το συμβόλαιο θανάτου έναντι του ποσού των 150.000 ευρώ. Ο μάρτυρας ισχυρίστηκε κατά την ακροαματική διαδικασία πως έλαβε μήνυμα από το σκάφος του εντολέα του στο οποίο έγραφε πως «ετοιμάζει σαμπάνια» περιμένοντας την υλοποίηση του σχεδίου.
Οι ένορκοι παρέμειναν απομονωμένοι καθ’ όλη τη διάρκεια της δίκης, έχοντας στη διάθεσή τους tablet που τους χορήγησε το ίδιο το δικαστήριο για να μελετούν τον όγκο του υλικού, μια ρύθμιση που αποδείχθηκε προβληματική όταν πραγματογνώμονας πληροφορικής διαπίστωσε ότι μέσα σε εννέα ημέρες ήταν προσβάσιμοι σε αυτές τις συσκευές 489 τίτλοι ειδήσεων για την υπόθεση.
Η υπεράσπιση των εκτελεστών ζήτησε τότε να διαλυθεί το σώμα των ενόρκων, με το επιχείρημα ότι η κρίση τους είχε επηρεαστεί από όσα κυκλοφορούσαν στον Τύπο, όμως η δικαστής Έντγουινα Γκρίμα απέρριψε το αίτημα, κρίνοντας πως δεν προέκυπτε συγκεκριμένη ένδειξη ότι οι ένορκοι είχαν πράγματι ανοίξει τους τίτλους αυτούς, και τους έδωσε την οδηγία να στηριχθούν μόνο σε όσα ακούστηκαν στην αίθουσα.

Στην Ελλάδα δυο συγκλονιστικές δολοφονίες – εκτελέσεις δημοσιογράφων δεν λύθηκαν ποτέ και οι δράστες παραμένουν ασύλληπτοι.
- Η δολοφονία του Σωκράτη Γκιόλια έλαβε χώρα στις 19 Ιουλίου 2010, έξω από το σπίτι του, στην Ηλιούπολη, όταν άγνωστοι τον πυροβόλησαν 16 φορές από μικρή απόσταση. Η Σέχτα Επαναστατών ανέλαβε την ευθύνη για τη δολοφονία με προκήρυξη που παραδόθηκε στην εφημερίδα Τα Νέα στις 27 Ιουλίου 2010. Έως σήμερα οι δράστες της επίθεσης παραμένουν ασύλληπτοι.Το διάστημα πριν από τη δολοφονία του εργαζόταν ως συντάκτης στην εφημερίδα Πρώτο Θέμα και ήταν διευθυντής στον ραδιοφωνικό σταθμό Θέμα 9,89.
- Ο Γιώργος Καραϊβάζ δολοφονήθηκε, στις 9 Απριλίου 2021 έξω από το σπίτι του από δυο άτομα που επέβαιναν σε δίκυκλο. Οι πρώτες ενδείξεις αναφέρουν ότι πρόκειται για στυγνή δολοφονία από το οργανωμένο έγκλημα. Ανακοίνωση για τη δολοφονία έκανε και η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, η οποία ανέφερε ότι η δολοφονία ενός δημοσιογράφου σε μια ευρωπαϊκή χώρα είναι μια απεχθής και δειλή πράξη και εξέφρασε την ελπίδα να βρεθούν σύντομα οι δράστες. Οι Δημοσιογράφοι Χωρίς Σύνορα σε έκθεσή τους αναφέρουν ότι ο Καραϊβάζ δολοφονήθηκε μετά από ρεπορτάζ για ομάδα εγκληματιών και αστυνομικών που φέρεται να εκβιάζουν νυχτερινά μαγαζιά για χρήματα σε αντάλλαγμα προστασίας. Ακόμη και οι σύλληψη δυο υπόπτων οδηγήθηκε σε φιάσκο.
Σοβαρές αντιδράσεις, προκάλεσε ο χειρισμός της υπόθεσης από την Διεθνή και Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία Δημοσιογράφων. Σε κοινή ανακοίνωσή τους έκαναν λόγο για μια μαύρη εβδομάδα για την ελευθερία του Τύπου στην Ελλάδα, όπου η ατιμωρησία παραμένει ο κανόνας, συσχετίζοντάς την με πόρισμα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, της προηγούμενης ημέρας 30 Ιουλίου, όπου απέκλεισε κάθε πιθανότητα δίωξης κατά του κρατικών υπηρεσιών και της ΕΥΠ σχετικά με το σκάνδαλο παράνομων υποκλοπών «Predatorgate».
Κάντε το πρώτο σχόλιο