Η Νέα Μετα-δημοκρατία του Κυριάκου Μητσοτάκη

Η συζήτηση για τη «μεταδημοκρατία» κρατάει πολλά χρόνια και έχει διάφορες αφορμές. Κοινός τόπος σε όλες τις συζητήσεις γύρω από αυτή την έννοια, ότι οι «φιλελεύθερες δημοκρατίες» γίνονται ένα θεσμικό κέλυφος χωρίς πραγματικό περιεχόμενο, αφού οι πραγματικές αποφάσεις δεν αφορούν τους τυπικούς δημοκρατικούς θεσμούς, αλλά τις πολιτικές και επιχειρηματικές ελίτ.

Γράφει ο Λευτέρης Χαραλαμπόπουλος στο in.gr

Και όντως μπορεί κανείς να σκεφτεί, για παράδειγμα, τον τρόπο που για πολλά χρόνια σε αρκετές χώρες η σύγκλιση κεντροδεξιών και κεντροαριστερών κομμάτων στην πραγματικότητα δεν έδινε πραγματικά περιθώρια πολιτικής επιλογής, ιδίως από τη στιγμή που τα περισσότερα «κόμματα εξουσίας» υποστήριζαν ότι κυρίως προσαρμόζονταν στις ανάγκες των αγορών.

Αυτό, άλλωστε, μπορεί να εξηγήσει γιατί την περασμένη δεκαετία, μέσα σε μια συνθήκη μεγάλης κοινωνικής και πολιτικής κρίσης, οι «Αγανακτισμένοι» (που κάθε άλλο παρά «ψεκασμένοι» ήταν όπως υποστήριξαν όλες οι παραλλαγές του «Ακραίου Κέντρου»), σε όλο τον κόσμο, διεκδίκησαν πραγματική δημοκρατία, δηλαδή να έχουν οι πολίτες λόγο στις αποφάσεις που τους αφορούν.

Σε χώρες όπως η Ελλάδα αυτό ήταν ακόμη πιο έντονο, εάν αναλογιστούμε ότι στην περίοδο των μνημονίων η δημοκρατική διαδικασία υπονομεύτηκε βάναυσα και από τις αντιδραστικές απαιτήσεις των δανειστών, σε μια από τις χειρότερες στιγμές της «Ενωμένης Ευρώπης».

Όμως, πιστεύω ότι με το ύφος και το ήθος της διακυβέρνησης του Κυριάκου Μητσοτάκη εισερχόμαστε σε ένα νέος είδος μεταδημοκρατίας, ακόμη πιο επιθετικής. Γιατί εδώ δεν έχουμε μόνο την περιφρόνηση στην πραγματική δημοκρατική λογοδοσία, αλλά και την προσπάθεια να κατοχυρωθεί, θεσμικά αλλά και συμβολικά, ότι μια πολιτική παράταξη που είναι εμφανώς μειοψηφική θα παραμείνει εσαεί πολιτικά κυρίαρχη, ακόμη και εάν αυτό σημαίνει να ξαναγράψει το Σύνταγμα.

Πώς αλλιώς να περιγράψουμε μια πολιτική πρακτική που υποκρίνεται ότι δεν υπάρχουν οι δημοσκοπήσεις που καθιστούν απολύτως βέβαιο ότι η Νέα Δημοκρατία δεν θα είναι αυτοδύναμη στις επόμενες εκλογές και που εξαγγέλλει μια συνταγματική αναθεώρηση που σε μεγάλο βαθμό θέλει να θωρακίσει την τρέχουσα κυβερνητική κατεύθυνση, συμπεριλαμβανομένης της αλλαγής της φιλοσοφίας του εκλογικού νόμου. Για να μην αναφερθώ ότι ποτέ στο παρελθόν δεν είχαμε μια τόσο εντυπωσιακά ρητή προσπάθεια εργαλειοποίησης της δυνατότητας νομοθέτησης. Ενώ οποιαδήποτε κυβέρνηση ήταν στο στόχαστρο της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας θα προσπαθούσε τουλάχιστον να περιορίσει το πολιτικό κόστος, αναλαμβάνονται μέρος της ευθύνης, εδώ έχουμε μια κυβέρνηση που σπεύδει να ανακοινώσει ότι θα προχωρήσει σε νομοθετική ρύθμιση με σκοπό να περιορίσει τη δυνατότητά της να ερευνά υπουργούς. Με τον ίδιο τρόπο που όταν ξέσπασε το σκάνδαλο των υποκλοπών αρνήθηκε να προχωρήσει σε μέτρα διαφάνειας ως προς τη δράση της ΕΥΠ, αλλά αντιθέτως έκανε πιο δυσχερή τη διερεύνηση τυχών παρατυπιών από τη μεριά της.

Όλα αυτά συμπληρώνονται από τον ίδιο τον τρόπο που η κυβέρνηση διαχειρίζεται τον δημόσιο λόγο της αλλά και τη δημόσια σφαίρα συνολικά. Η επιμονή της κυβερνητικής πλευράς, του πρωθυπουργού προεξάρχοντος, να μην παραδέχεται ούτε ένα σφάλμα και πρακτικά να υποστηρίζει ότι «όλα καλώς καμωμένα» από τους υπουργούς τους, συντονίζεται με ένα μηντιακό τοπίο όπου μια σειρά από μέσα που είτε ανήκουν σε φίλια επιχειρηματικά κέντρα, είτε συντηρούνται από τη διαχείριση της κρατικής διαφήμισης, απλώς αποσιωπούν ολόκληρα τμήματα της επικαιρότητας, δεν αναφέρονται σε γεγονότα και εξελίξεις, ή στη καλύτερη περίπτωση, σπεύδουν να «θάψουν» την είδηση μέσα σε έναν ορυμαγδό «εντυπωσιακών» θεμάτων. Με εμφανή σκοπό να υπάρχουν πολίτες που να ζουν μέσα σε μια «επικοινωνιακή φούσκα» όπου δεν έγιναν υποκλοπές, όπου για τον ΟΠΕΚΕΠΕ φταίνε οι προηγούμενες κυβερνήσεις, όπου η αντιπολίτευση είναι απλώς κάποιοι «τοξικοί» τύποι. Και που βέβαια σπεύδουν να υπογραμμίζουν διαρκώς πόσο παντοδύναμη είναι αυτή η κυβέρνηση ακόμη και όταν είναι προφανές ότι ορισμένες πρωτοβουλίες της, όπως η συνταγματική αναθεώρηση, δύσκολα θα ξεπεράσουν τον πραγματικό συσχετισμό στη Βουλή, πριν και – κυρίως – μετά τις εκλογές.

Όλα αυτά συνδυασμένα με μια ενορχηστρωμένη προσπάθεια να παρουσιάσουν ένα τοπίο όπου δεν υπάρχουν εναλλακτικές, όχι τόσο με την πρόθεση να πείσουν τους πολίτες ότι η καλύτερη και ασφαλέστερη επιλογή είναι να στηρίξουν την κυβέρνηση, όσο να τους υποδείξουν ότι δεν έχει νόημα να αναζητήσουν εναλλακτική. Κοινώς, ότι εάν δεν τους αρέσει αυτή η κυβέρνηση, τότε καλύτερα να καθίσουν σπίτι τους την ημέρα των εκλογών. Γιατί είμαι βέβαιος ότι ήδη κάποιος στο Μέγαρο Μαξίμου έχει κάτσει και έχει μετρήσει σε ποια κλίμακα αποχής το 30% θα γίνει 38%…

Και εδώ έχουμε το πιο σοβαρό πρόβλημα με αυτή την εκδοχή μεταδημοκρατίας. Γιατί δεν είναι απλώς η «θωράκιση» των πραγματικών κέντρων εξουσίας από τη λαϊκή βούληση, αλλά και η συστηματική αποθάρρυνση απέναντι στην πολιτική συμμετοχή, η καλλιέργεια, δηλαδή, της πολιτικής απάθειας ως μόνης εφικτής πολιτικής στάσης. «Τίποτα δεν αλλάζει, κοίτα τη δουλειά σου» είναι το γενικό στίγμα. Κάτι που υπονομεύει βαθιά τη δημοκρατία, ακριβώς γιατί αυτή δεν είναι απλώς ένα τυπικό πλαίσιο, αλλά πρωτίστως μια κοινωνική δυναμική, μια απαίτηση συμμετοχής και μια διεκδίκηση της κοινωνίας να έχει λόγο.

Αυτό ακριβώς είναι και το αδύναμο σημείο της στρατηγικής αυτής. Η κοινωνία δεν έχει φτάσει ακόμη στην απάθεια. Δείχνει βουβή αλλά δεν είναι. Αντιθέτως επιζητά την πολιτική αλλαγή, δηλαδή την επιστροφή στην πραγματικά δημοκρατική πολιτική. Υπό την προϋπόθεση, βέβαια, της ανάληψης ευθύνης, από πρόσωπα και δυνάμεις που θα εκπροσωπήσουν αυτό το αίτημα.

Κάντε το πρώτο σχόλιο

Υποβολή απάντησης

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται.


*