Δημογραφικό: Η μεγάλη μεταβολή στο πλήθος των γεννήσεων – Το «τρίπτυχο» που αποτελεί «βόμβα»

Η γήρανση του πληθυσμού, παγκοσμίως, χαρακτηρίζεται από τους ειδικούς ως ένας «πολλαπλασιαστής κινδύνων». Το δημογραφικό δεν είναι ένα μεμονωμένο πρόβλημα αποτελεί μια κρίσιμη πρόκληση η οποία δεν αφορά πλέον το μακρινό μέλλον.

Η σοβαρή δημογραφική κρίση στην Ελλάδα

Στην Ελλάδα, τα ποσοστά γεννήσεων συνεχίζουν να υποχωρούν σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα, πολύ κάτω από το όριο που απαιτείται για τη διατήρηση του πληθυσμού. Από τα υψηλά ποσοστά των αρχών του 20ού αιώνα, περάσαμε σε μια φάση «δημογραφικού χειμώνα» που εντάθηκε ιδιαίτερα μετά την οικονομική κρίση του 2010.

Σήμερα, εν έτη 2026, ο δείκτης γονιμότητας (Eurostat) παραμένει καθηλωμένος σε επίπεδα μεταξύ 1,24 και 1,28, καθιστώντας την Ελλάδα μία από τις πιο γερασμένες χώρες της Ευρώπης.

Άνοδος στο ποσοστό των Ελληνίδων που αποκτούν παιδιά μετά τα 40

Σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα του Βύρωνα Κοτζαμάνη, καθ. (αφ.) Δημογραφίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας και διευθυντή του Ινστιτούτου Δημογραφικών Ερευνών και Μελετών, εξετάζοντας την μεταβολή του πλήθους των γεννήσεων μετά το 1990 ανά μεγάλες ηλιακές ομάδες θα διαπιστώσουμε ότι ενώ το σύνολό τους μειώθηκαν σημαντικά (-30%) οι προερχόμενες από γυναίκες ηλικίας 40 και άνω γεννήσεις πενταπλασιάσθηκαν.

Που οφείλεται όμως η «έκρηξη» των μετά τα 39 έτη γεννήσεων; Πόσο «ζυγίζει» η γονιμότητα των γυναικών 40-49 ετών στους ετήσιους δείκτες σήμερα και πριν από 30 χρόνια; Ποια η συμμετοχή της γονιμότητας των 40-49 ετών στον τελικό αριθμό παιδιών που έφεραν στο τέλος του αναπαραγωγικού τους κύκλου (στα 50 τους έτη) οι γυναίκες των διαδοχικών γενεών;

Οι απαντήσεις στα ερωτήματα αυτά περιλαμβάνονται στο πρόσφατος τεύχος του ψηφιακού δελτίου PopNews του ΙΔΕΜ: «Η μετατόπιση της ηλικίας απόκτησης παιδιών σε όλο και μεγαλύτερη ηλικία είναι η κύρια αιτία της έκρηξης αυτής αν και, την τελευταία εικοσαετία, σημαντικό ρόλο έπαιξε τόσο η αύξηση του πλήθους και του ειδικού βάρους των γυναικών 40 ετών και άνω στον πληθυσμό αναπαραγωγικής ηλικίας, όσο και οι πρόοδοι των τεχνικών υποβοηθουμένης γονιμότητας και η προσφυγή σε αυτές ενός όλο και μεγαλύτερου αριθμού ζευγαριών. Όσον αφορά την συμμετοχή των γεννήσεων από γυναίκες 40 ετών και άνω στους ετήσιους δείκτες γονιμότητας, αν και αυξάνουσα, είναι σχετικά περιορισμένη, καθώς οι γεννήσεις αυτές ‘ζυγίζουν’ λιγότερο από το 8% στους δείκτες αυτούς που δεν υπερβαίνουν τα 1,3 παιδιά/γυναίκα το 2023-24», αναφέρει η ανάλυση.

Περιορισμένος ο αντίκτυπος στην τελική γονιμότητα των γενεών

Οι πρόοδοι των τεχνικών υποβοηθουμένης γονιμότητας και η διευρυμένη πρόσβαση σε αυτές, τονίζει επίσης ο κ. Κοτζαμάνης, δεν πρόκειται να οδηγήσουν τις αμέσως επόμενες δεκαετίες σε μια αύξηση των προερχομένων από γυναίκες 40 ετών και άνω γεννήσεων, ακόμη και αν συνεχισθεί η αύξηση της μέσης ηλικίας στην τεκνογονία, καθώς το πλήθος των γυναικών αυτών, εν απουσία μετανάστευσης, θα μειωθεί σημαντικά (κατά 35% ανάμεσα στο 2025 και το 2060, από 770 χιλ. σήμερα σε 505 χιλ. το 2060). Οι γεννήσεις αυτές θα συμβάλλουν κατ’ αυτόν περιορισμένα και στην τελική γονιμότητα των γενεών, στον αριθμό δηλαδή των παιδιών που θα φέρουν κατά μέσο όρο στον κόσμο όσοι γεννήθηκαν μετά το 1980.

Το εφικτό και το ανέφικτο για το δημογραφικό

Η εξέλιξη του δείκτη γονιμότητας αποτελεί ένα από τα πιο κρίσιμα κεφάλαια της σύγχρονης κοινωνικής ιστορίας της χώρας. Μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο ο δείκτης παρέμενε πάνω από το επίπεδο αναπλήρωσης (2,1). Το 1950 ο δείκτης ήταν περίπου 2,5, ενώ μέχρι το 1970 διατηρήθηκε στο 2,3-2,4. Η παραδοσιακή δομή της οικογένειας ήταν ακόμη ισχυρή.

Από τις αρχές της δεκαετίας του ’80, ο δείκτης έπεσε για πρώτη φορά κάτω από το 2,1. Στις αρχές της δεκαετίας του 2000 υπήρξε μια μικρή ανάκαμψη λόγω της οικονομικής ευφορίας και της ενσωμάτωσης μεταναστών, φτάνοντας το 1,50 το 2008. Η οικονομική κρίση λειτούργησε ως καταλύτης. Ο δείκτης υποχώρησε ξανά, φτάνοντας στο 1,23 το 2017.

«Η επάνοδος των γεννήσεων στα επίπεδα του 2011-20 (92 χιλ. κατά μέσο όρο ετησίως) είναι ανέφικτη. Η επιβράδυνση της μείωσής τους όμως, και, στη συνέχεια, η προοδευτική αύξησή τους από το χαμηλότερο επίπεδο που θα φθάσουν είναι εφικτή, αν ι) επιβραδυνθεί η μείωση του πλήθους των γυναικών 25-44 ετών από τις οποίες προέρχεται σχεδόν το 90% των γεννήσεων κάθε χρονιάς, χάρη σε ένα θετικότατο μεταναστευτικό ισοζύγιο (περισσότεροι είσοδοι στη χώρα μας από εξόδους στις ηλικίες αυτές), και ιι) αν αυξηθεί η γονιμότητα των νεότερων γενεών (ο αριθμός δηλ. των παιδιών που αυτές θα αποκτήσουν, από 1,45 στις γενεές που γεννήθηκαν γύρω από το 1985 στα 1,7-1,8 παιδιά σε αυτές που γεννήθηκαν στα τέλη του 2010) με την δημιουργία ενός εξαιρετικά ευνοϊκού περιβάλλοντος για την οικογένεια και το παιδί» σημειώνει (ΑΠΕ-ΜΠΕ) ο Β. Κοτζαμάνης.

Η δημιουργία του περιβάλλοντος αυτού «θα οδηγήσει στην επιβράδυνση της αύξησης της μέσης ηλικίας στην τεκνοποίηση και στην μείωση των ιδιαίτερα υψηλών σήμερα ποσοστών ατεκνίας, επιτρέποντας ταυτόχρονα σε όσους επιθυμούν να κάνουν ένα δεύτερο και στη συνέχεια ένα τρίτο κ.ο.κ. παιδί να υλοποιήσουν επιθυμία τους αυτή, καταλήγει.

Το «τρίπτυχο» που αποτελεί «βόμβα»

Να σημειώσουμε πως σύμφωνα με τις πρόσφατες προβολές των Ηνωμένων Εθνών (2024) και της Eurostat (EUROPOP-2023) για την περίοδο 2025-2050, διαπιστώνεται μια σύγκλιση στην εκτίμηση ότι το αρνητικό ισοζύγιο γεννήσεων-θανάτων στην Ελλάδα είναι μη αναστρέψιμο.

Ο πληθυσμός της χώρας θα φτάσει τα 7,3 εκατομμύρια έως το 2100 με ότι αυτό συνεπάγεται τόσο στο ασφαλιστικό σύστημα όσο και στην αγορά εργασίας και τη συνολική αναπτυξιακή πορεία της χώρας.

Το τρίπτυχο «γεννάμε λιγότερο, ζούμε περισσότερο και μετακινούμαστε περισσότερο» αποτελεί «βόμβα» στα θεμέλια της κοινωνίας.

Πηγή in.gr

Κάντε το πρώτο σχόλιο

Υποβολή απάντησης

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται.


*