«Εάλω η Πόλις»: Η κραυγή αυτή δονούσε την ατμόσφαιρα όταν αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Παλαιολόγος αγωνιζόμενος ηρωικά έπεφτε πλάι στους στρατιώτες του.
Στις 29 Μαΐου 1453, συντελείται η Άλωση της Κωνσταντινούπολης. Η«Βασιλεύουσα», όπως αποκαλούσαν την λαμπερή και πανίσχυρη πρωτεύουσα της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, που ίδρυσε ο Μέγας Κωνσταντίνος και μετέπειτα αποτέλεσε την πρωτεύουσα του Βυζαντίου όπως καθιερώθηκε αργότερα να αποκαλούμε την αυτοκρατορία αυτή, έπεσε μετά από πολιορκία στα χέρια των Οθωμανών και του εμβληματικού ηγέτη τους, Μωάμεθ Β’.
Το 1453 η Κωνσταντινούπολη ήταν ο μεγάλος πειρασμός για τους Τούρκους οι οποίοι έβλεπαν την κατάκτησή της ως την ολοκλήρωση του αιώνιου ονείρου των Ισλαμικών στρατών.
Ο Μωάμεθ Β’ ο Πορθητής, επικεφαλής 80.000 ανδρών, πολιόρκησε με μνημειώδη τρόπο την πόλη που προστατευόταν μονάχα από 10.000 άνδρες. Παρά την ασύγκριτη διαφορά δυνάμεων, η πόλη άντεξε για τέσσερις μήνες και έπεσε μόνο μετά την ισοπέδωση των τειχών της από τους τουρκικούς κανονιοβολισμούς.

Αυτά μάθαμε από την Ιστορία, αυτά ακόμα διηγούνται οι γέροντες στα εγγόνια τους σαν παραμύθι κι αντί για τον επίλογο «ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα» κλείνουν τις ιστορήσεις τους με το «πάλι με χρόνους με καιρούς πάλι δικά μας θα ‘ναι»…
Κι έτσι με παραμύθια ανακατεμένα με την Ιστορία μεγάλωσαν γενιές και γενιές κι ακόμα δεν μπορούν να ξεδιαλύνουν την ομίχλη του θρύλου και να βγουν στον καθαρό ουρανό της πραγματικότητας. Όμως, σχεδόν 570 χρόνια μετά την άλωση της Πόλης, κι όταν οι θρύλοί και οι μύθοι έχουν χτίσει την Ιστορία και δεν γκρεμίζονται, άντε να βρεις άκρη με την αλήθεια.
Ο ιστορικός (κοινωνιολόγος, ιστορικός, πολιτικός και νομικός – μαρξιστής) Γιάνης Κορδάτος στο βιβλίο του «Ακμή και Παρακμή του Βυζαντίου» τα γράφει κάπως πιο κυνικά, λιγότερο συγκεκαλυμμένα – παραθέτοντας τις πηγές του – και κυρίως κατακρημνίζοντας θρύλους και δοξασίες που θέριεψαν κοντά 600 χρόνια τώρα. Γράφει λοιπόν ο Κορδάτος για το κλίμα που επικρατούσε τις παραμονές της πολιορκίας των Τούρκων στη Βασιλέυουσα:
«Μέσα στην Πόλη δεν υπήρχε στρατός οργανωμένος. Αν και μπορούσε να οργανωθεί υπολογίσιμος στρατός, δεν υπήρχε καλλιεργημένο το πνεύμα της αντίστασης. Εξάλλου η κόντρα ενωτικών και ανθενωτικών είχε φτάσει σε τέτοιο σημείο που η Πόλη βρισκόταν στις παραμονές εμφυλίου σπαραγμού, που θα ξεσπούσε αν οι Τούρκοι δεν ήταν απέξω από το κάστρο». Κι αυτή η κατάσταση βαστούσε εδώ και καιρό. Κι όπως γράφει ο Κορδάτος:
«Στο έβγα του 1452, ο Παλαιολόγος κήρυξε την πρωτεύουσα σε κατάσταση κινδύνου και έκλεισε τις πόρτες του κάστρου. Στράτο όμως δεν είχε και η μεγάλη βοήθεια που περίμενε δεν ήρθε, μα κι αν ήθελαν οι Δυτικοί να του στείλουν επικουρίες δεν μπορούσαν γιατί είχαν μεγάλα χάλια». Το μίσος των φανατικών ανθενωτικών για τη Δυτική Εκκλησία ήταν απύθμενο. Πολλοί θεωρούσαν ότι ήταν καλύτερα να πέσει η Πόλη στα χέρια των Οθωμανών παρά στους Δυτικούς. Οι εμπειρία της άλωσης από τους Φράγκους το 1204 είχε μεταφερθεί από στόμα σε στόμα και ο λαός ακόμα – 250 χρόνια μετά – τους μισούσε. Ήταν και ο φονταμενταλισμός, που θα λέγαμε σήμερα, και η κατάσταση ήταν μη διαχειρίσιμη. Ο Παλαιολόγος όμως έκανε ό,τι μπορούσε για να πάρει τους Δυτικούς με το μέρος του:
Καταφύγιο δαιμόνων και βωμός ελληνικός…
«Ο Παλαιολόγος, για να κολακεύσει τον Παππά, πιστεύοντας ακόμα τις υποσχέσεις του, διέταξε να γίνει στην Αγιά Σοφιά στις 12 του Δεκέμβρη του 1452 ενωτική λειτουργία στην οποία μνημονεύτηκε και ο Παπάς. Έτσι επισημοποιήθηκε από μέρους της πολιτείας και της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας η ένωση των εκκλησιών. Ο καρδινάλιος Ισίδωρος, όχι μόνο χοροστάτησε αλλά και ως αντιπρόσωπος του Παπά κάθισε στον πατριαρχικό θρόνο. Η ενωτική αυτή ιεροτελεστία έριξε λάδι στη φωτιά. Οι ενωτικοί θριάμβευσαν, αλλά οι ανθενωτικοί άρχισαν να βρίζουν και να λένε πως ο μεγάλος και ιστορικός ναός ήταν μιασμένος και «καταφύγιον δαιμόνων και βωμός ελληνικός»!
Μάλιστα εκείνη την ημέρα, οι περισσότεροι λαϊκοί και παπάδες δεν πήραν ούτε αντίδωρο γιατί η λειτουργία θεωρήθηκε ως «βδελυκτή θυσία» και από τότε η Αγία Σοφία θεωρείτο «Ιουδαίων Συναγωγή» και δεν πήγαιναν να λειτουργήσουν οι ανθενωτικοί γιατί ήταν «σπήλαιον και βωμός αιρετικών». Και ενώ αυτά γίνονταν μέσα στην πρωτεύουσα και οι πολίτες είχαν χωριστεί σε δύο φατρίες, που ήταν έτοιμες να αλληλοσπαραχτούνε, στις 6 του Απρίλη του 1453 ο Μωάμεθ πολιόρκησε την Πόλη».
Καλύτερα σαρίκι Τούρκων
Και ο χρόνος κυλάει υπέρ των πολιορκητών. Γράφει ο Κορδάτος: «Άμα πέρασαν τρεις-τέσσερις εβδομάδες άρχισε να σπάζει το ηθικό των βυζαντινών ή πιο σωστά των ενωτικών, γιατί από τη μία μεριά οι ανθενωτικοί συνωμοτούσαν και από την άλλη τα τρόφιμα λιγόστευαν, ενώ από τη Δύση δεν έφτανε βοήθεια. Έτσι ο διχασμός – παρ’ όλη την κρίσιμη κατάσταση – εξακολουθούσε μέσα στην πολιορκημένη πρωτεύουσα. Οι ενωτικοί έλεγαν και φώναζαν: Μακάρι να πέσει η Πόλη στα χέρια των Λατίνων που πιστεύουν στο Χριστό και στη Θεοτόκο και να μην κατακτήθουμε από χέρια ασεβών»… Σε αυτούς όμως, απαντούσαν με πείσμα οι ανθενωτικοί επαναλαμβάνοντας τα λόγια του Νοταρά: Καλύτερα είναι να δούμε καταμεσής της Πόλης σαρίκι Τούρκων παρά λατινική καλύπτρα…

Οι ανθενωτικοί, μέρα και νύχτα, παρακαλούσαν το Θεό να φέρει τους Τούρκους μιαν ώρα αρχύτερα μέσα στην Πόλη για να μην πραγματοποιηθεί η ένωση. Τόσο ήταν το μίσος τους κατά των Δυτικών και των ενωτικών, ώστε έλεγαν: Ούτε την βοήθεια των Λατίνων, ούτε την ένωση χρειαζόμαστε.
Οι καλόγεροι δε που κυκλοφορούσαν κατά εκατοντάδες μέσα στην Πόλη, ήθελαν να ανοίξουν οι πόρτες του κάστρου για να επαληθευτούν μία ώρα αρχύτερα οι προφητείες. Ανοίξτε τις πόρτες του κάστρου, φώναζαν, αντί να περιμένετε να τους καταστρέψει ο άπιστος, αφήστε τον Μωάμεθ να μπει μέσα και να περάσει στη μέση της πολιτείας, τότε άγγελος εξολοθρευτής θα σας σώσει. Πιστέψατε και θα σωθείτε. Μα αν είστε τόσο άπιστοι ώστε να κρέμεστε από την ανδρεία των ανθρώπων (στρατιωτών), ενώ η Άνωθεν απόφασή, σας υπόσχεται τη βοήθεια της, τότε, μάθετε το πως είναι χαμένη η πατρίδα σας και μαζί της και εσείς».
Ο σκοτεινός ρόλος του Γεννάδιου
Ο φιλότουρκος και αντιδραστικός Γεννάδιος Σχολάριος από το κελί του ή πιο σωστά από τη μονή Παντοκράτορα, που ήταν το αρχηγείο και το θρησκευτικό κέντρο των ανθενωτικών, έβγαλε προκήρυξη που έλεγε ως η Πόλη θα πέσει στα χέρια των Τούρκων και εξαιτίας των ενωτικών θα καταστραφεί και θα πάθουν πολλά οι βυζαντινοί. Ο Γεννάδιος, μέχρι τη μέρα που πάρθηκε η Πόλη, δεν έπαψε να καλλιεργεί την ηττοπάθεια. Μπορεί ακόμα να συνεννοούνταν με τους Τούρκους και να τους έδινε και πληροφορίες. Πολλοί μάλιστα καλόγεροι, μαζί με άλλους πολίτες, το σκάζανε και πηγαίνανε στο σουλτάνο».
Δεν έλειψαν και οι δολιοφθορές από «μέσα»: «Οι ανθενωτικοί έφτασαν σε σημείο να βάλουν φωτιά σε αποθήκη πυρομαχικών στον Ιππόδρομο και το έκαναν αυτό για να φέρουν μία ώρα αρχύτερα τους Τούρκους μέσα στην πόλη. Το αλληλοφάγωμα αυτό παρέλυσε την άμυνα. Αν δεν ήταν γερό το κάστρο και αν η ενωτικοί δεν ήταν οπλισμένοι, ούτε μία μέρα δεν θα βαστούσε η αντίσταση. Τη νύχτα πολλοί λιποταχτούσαν. Κάποιοι κοιτάζανε να φύγουν, να πάνε έξω από στα χωριά ή να κρυφτούν αλλού, να γλιτώσουν. Και έβρισκαν αφορμή και λέγανε ότι εμείς είμαστε φτωχοί άνθρωποι και πάμε να δουλέψουμε να ζήσουμε. Και σαν να μην έφταναν οι λιποταξίες και η απειθαρχία των στρατιωτών, τα τρόφιμα εξαφανίστηκαν και το Δημόσιο Ταμείο άδειασε. Η αισχροκέρδεια οργίαζε και οι μαυραγορίτες της θησαύριζαν. Ο Παλαιολόγος παρακαλούσε τους πλούσιους να δώσουν εισφορές μα αυτοί κώφευαν. Ούτε τα παρακάλια, ούτε τις διαταγές του ακούγανε και στις φοβερές του δεν έδιναν σημασία».
Δεισιδαιμονίες και φυσικά φαινόμενα
Η Πόλη κατέρρεε και οι δεισιδαιμονίες βασίλευαν. Εκτός από τους Τούρκους, τον εμφύλιο, τους τρομαγμένους πολίτες και τους φανατικούς θρησκόληπτους ο Παλαιολόγος είχε κι άλλον αντίπαλο: τα φυσικά φαινόμενα!
«Συνέβησαν τότε και μερικά φυσικά φαινόμενα, που έκαναν τον κοσμάκη και τους επίσημους ν’ απελπιστούν. Έγιναν, λένε οι χρονογράφοι, «σημεία και τέρατα». Έβρεχε με το τσουβάλι, άστραφτε, σκοτείνιαζε, κεραυνοί έπεφταν και τα μπουμπουνητά αχολογούσαν τρομακτικά. Κάποια μέρα πάλι από αυτές που γίνονταν οι λιτανείες και οι παπάδες και τα γυναικόπαιδα γύριζαν με τις εικόνες και τα εκκλησιαστικά σύμβολα στους δρόμους ψέλνοντας «Κύριε ελέησον», έπεσε η εικόνα της Παναγίας, που την κρατούσαν οι παπάδες και κόλλησε στη λάσπη. Το τυχαίο αυτό επεισόδιο από στόμα σε στόμα διαδόθηκε μονομιάς και θεωρήθηκε κακός οιωνός. Κάποια άλλη βραδιά στις 23 του Μάη – γράφει ο Μπάρμπαρο – σκοτείνιασε ο ουρανός. Οι βυζαντινοί θάρρεψαν πώς έγινε έκλειψη σελήνης και πίστεψαν πως ήρθε το τέλος τους. Όχι μόνο οι στρατιώτες και οι απλοί άνθρωποι, αλλά και οι επίσημοι μαζί με τον Παλαιολόγο πήγαν να χάσουν το μυαλό τους, ενώ οι Τούρκοι πανηγύριζαν γιατί πίστευαν πως ήταν θεϊκό σημάδι της νίκης τους»

Και δεν ήταν μοναχά αυτά. Ήταν και οι προσωπικές διαμάχες: «Η κόντρα του Νοταρά με τον φρούραρχο της πόλης Ιουστινιάνη δεν σταματούσε ούτε μπροστά στην απειλή των Τούρκων. Ο Ιουστινιάνης ζήτησε από το Νοταρά να του στείλει πυροβόλα για να μπορέσει να κρατήσει την άμυνα και ο Νοταράς αρνήθηκε με πείσμα. Τότε – κατά τους βυζαντινούς χρονογράφους – ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι του Ιουστινιάνη, που είπε οργισμένος στο Νοταρά: «Ε, προδότη δεν ξέρω τι με κρατάει να σε σφάξω με αυτό το μαχαίρι;». Αντάλλαξαν και βρισιές και απειλές κι αν δεν ήτανε να ‘ρθει ο Παλαιολόγος θα γινόταν φονικό».
Η ώρα της άλωσης – Μάχη ή παράδοση;
Οι Τούρκοι κάποτε πάτησαν την Πόλη. Όχι «γιατί ήταν θέλημα Θεού η Πόλη να τουρκέψει», αλλά γιατί όλα οδηγούσαν στην πτώση. Ο Γιάνης Κορδάτος εξετάζει μιαν άλλη πτυχή της Ιστορίας. Γράφει (και) για παράδοση από τον Παλαιολόγο…
«Ιστορικοί και οι Λατίνοι χρονογράφοι, αν και δεν συμφωνούν μεταξύ τους στην αφήγηση των τραγικών γεγονότων της άλωσης της πρωτεύουσας του Βυζαντίου, ωστόσο όλοι τους σχεδόν γράφουν ότι οι Τούρκοι μπήκαν μέσα στην Πόλη στις 29 Μαΐου ύστερα από μεγάλη επίθεση και μάχη και πως έγιναν σφαγές. Όμως – σύμφωνα με τις τουρκικές και πατριαρχικές πηγές – η Πόλη παραδόθηκε ύστερα από συμφωνία. Υποθέτουμε λοιπόν πως έγιναν διαπραγματεύσεις για συνθηκολόγηση και πως πάρθηκε η σχετική απόφαση από το υπουργικό συμβούλιο, όταν πια είχε φύγει ο Ιουστινιάνης και οι Γενοβέζοι είχαν παρατήσει την άμυνα. Είχε δημιουργηθεί τότε τέτοια κατάσταση μέσα στην Πόλη που ήταν αδύνατο πια να βαστάξει το κάστρο της, μία που οι ενωτικοί στασίαζαν και οι πολεμιστές έχασαν το ηθικό τους.
Ο Δούκας μας πληροφορεί πώς ακριβώς, γιατί η κατάσταση χειροτέρεψε πολύ και δεν υπήρχε σωτηρία, ο Παλαιολόγος έστειλε πρέσβεις στο σουλτάνο και ζήτησε να μάθει τους όρους για την παράδοση της Πόλης. Ότι έγιναν διαπραγματεύσεις, έπειτα από την απόφαση που πάρθηκε για την παράδοση, εξάγεται και από όσα γράφει Ο Κριτόβουλος, ότι δηλαδή στις 28 του Μάη επικράτησε στο τουρκικό στρατόπεδο απόλυτη ησυχία. Οι Τούρκοι νήστεψαν και το βράδυ κοιμήθηκαν. Αν ήταν παραμονή μεγάλης επίθεσης, στο τουρκικό στρατόπεδο θα γίνονταν μεγάλες προετοιμασίες και θα ήταν όλοι στο πόδι».
Και επανέρχεται στο θέμα ο Κορδάτος παραθέτοντας της πηγές του: «Υπάρχουν όμως και οι τουρκικές πηγές καθώς και οι πατριαρχικές που ιστορούν διαφορετικά την άλωση της Πόλης, αλλά ας αρχίσουμε από τους Βυζαντινούς:
Ο Δούκας γράφει πώς το πρωί στις 29 του Μάη, άμα άρχισε η μάχη και σάλευε ο τόπος από το κανονίδι και κρύβονταν ο ήλιος από τα βέλη, μια πόρτα που την έλεγαν Κέρκόπορτα βρέθηκε ανοιχτή. Από την πόρτα αυτή μπήκαν στην αρχή καμιά πενηνταριά Τούρκοι κι ύστερα και άλλοι και άρχισαν να χτυπούν από μέσα από το κάστρο τους βυζαντινούς.
Ο Φραντζής, που ήταν μέσα στην Πόλη και από τους επίσημους μάλιστα, τα λέει κάπως διαφορετικά: Οι Ρωμαίοι – γράφει – πολεμούσαν με λύσσα στον κάμπο που τον περνάει ο ξεροπόταμος Λύκος, όταν ξαφνικά, είδαν στο κάστρο να κυματίζουν τουρκικές σημαίες και ώσπου να συνέρθουνε ακούστηκε μυριόστομη φωνή «η Πόλη πάρθηκε» και κόπηκαν τότες ολονόνε τα ύπατα».
Και πάμε στους «άλλους» που καταπιάστηκαν με τις τελευταίες στιγμές της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας
«Και οι λατίνοι χρονογράφοι δεν προσθέτουν νέα και άγνωστα στοιχεία με τη διαφορά πως στις λεπτομέρειες δεν συμφωνούν απόλυτα αναμεταξύ τους. Για το άνοιγμα της Κερκόπορτας ουδείς άλλος εκτός από τον Δούκα δεν γράφει σχετικά και μάλιστα ούτε καν την ονοματίζουν. Αντίθετα ο Φραντζής τονίζει πως «όλες οι πύλες ήταν κλεισμένες ασφαλέστατα που δεν μπορούσε κάποιος να βγει ή να μπει». Άρα δεν ήταν δυνατόν να ξεχάσουν να κλείσουν την «Κερκόπορτα».
Ο Ρώσος ιστορικός Ντμίτρι Καντεμίρ (1673 – 1723), που έζησε για πολλά χρόνια στην Τουρκία και μελέτησε τα αυτοκρατορικά αρχεία, έγραψε την Ιστορία της ακμής και της παρακμής της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Γράφει ότι στις 27 Μαΐου ο Παλαιολόγος βλέποντας ότι παρέλυσε η άμυνα σε πολλά σημεία μετά την αναχώρηση του Ιουστινιανού και των συμπολεμιστών του, αναγκάστηκε να στείλει πρέσβεις στο σουλτάνο για να παραδώσει την Πόλη με όρους και αυτό επιβεβαιώνεται έμμεσα και από όσα γράφει ο Δούκας.
Η πολιορκία ξεκινά
Φτάνουμε έτσι στον Μάρτιο του 1453, όταν και αρχίζει η πολιορκία της Πόλης που θα οδηγήσει στην Άλωσή της.
«Το μεγάλο κανόνι του Ουρβανού, πάνω σε ειδικά φτιαγμένο τροχοφόρο που το έσερναν 60 βόδια, έφθασε και αυτό. Ο Μωάμεθ εμφανίστηκε στις 5 Απριλίου επικεφαλής των 12.000 επιλέκτων γενιτσάρων του και έστησε τη χρυσοκόκκινη σκηνή του στην Κοιλάδα του Λύκου, μερικές εκατοντάδες μέτρα έξω από την πύλη του Αγίου Ρωμανού».
Τα κακά νέα είναι ο ότι ο τουρκικός στόλος καταλαμβάνοντας τα Πριγκιπονήσια και έχοντας υπό τον έλεγχο του τις ακτές της Προποντίδας «στραγγάλισε» τον ανεφοδιασμό της πολιορκούμενης Πόλης.
Στις 6 Απριλίου ο Μωάμεθ ζητά από τους Κωνσταντινουπολίτες να παραδώσουν τη Πόλη υποσχόμενος ότι ο στρατός του δεν θα βλάψει κανέναν, δηλώνοντας παράλληλα ότι σε αντίθετη περίπτωση δεν θα έδειχνε κανέναν οίκτο. Οι πολιορκημένοι απάντησαν αρνητικά και οι Οθωμανοί ξεκίνησαν την επίθεσή τους.
Βασικό στοιχείο των πρώτων ημερών ήταν ότι οι πολιορκητές είχαν προμηθευτεί ισχυρότατα κανόνια, νέας, για τα δεδομένα της εποχής, τεχνολογίας. Αρχικά πάντως οι αμυνόμενοι μπορούσαν και επισκεύαζαν, έστω υποτυπωδώς τις φθορές στα απόρθητα ως τότε τείχη της Πόλης.
Η κατάληψη του Κεράτιου Κόλπου
Το κομβικότερο γεγονός στη μοιραία αυτή πολιορκία της Κωνσταντινούπολης, ήταν ότι οι Οθωμανοί κατόρθωσαν να καταλάβουν με τα πλοία τους τον Κεράτιο κόλπο. Οι Βυζαντινοί όπως και προηγούμενες περιόδους πολέμου είχαν κλείσει την είσοδο του κόλπου, με μία μεγάλη σιδερένια αλυσίδα, που δενόταν από τη μία πλευρά του ως την άλλη.
Ο Μωάμεθ Β’ όμως βρήκε τελικά τρόπο να εισέλθει το ναυτικό του στον Κεράτιο Κόλπο.
«Ακολούθησε τη συμβουλή ενός ιταλού μηχανικού να μεταφέρει τα πλοία του από την ξηρά. Πράγμα που έκανε, ενώ ταυτόχρονα κρατούσε τους Βυζαντινούς απασχολημένους με τους συνεχείς βομβαρδισμούς στα χερσαία τείχη της Πόλης.

Η τελευταία νύχτα
Η είσοδος των Οθωμανών στον Κεράτιο κόλπο, ήταν και η αρχή του οριστικού τέλους για την Κωνσταντινούπολη. Οι βομβαρδισμοί των τειχών εντείνονται ενώ οι πολιορκητές προσπαθούν να μπουν στην Πόλη και μέσα από σήραγγες που σκάβουν κάτω από τα τείχη. Φτάνουμε έτσι στην τελευταία νύχτα πριν την άλωση.
«Το βράδυ της 28ης Μαΐου στην Αγία Σοφία ορθόδοξοι και καθολικοί ιερείς φόρεσαν τα επίσημα άμφιά τους και λειτούργησαν από κοινού μπροστά σε ένα ποίμνιο ενωμένο για πρώτη και τελευταία φορά.
H επίθεση άρχισε λίγο μετά τα μεσάνυχτα. Οι Τούρκοι βασίστηκαν στον όγκο των δυνάμεών τους. Οι λιγοστοί υπερασπιστές της πόλης ωστόσο συνέχιζαν να τους αποκρούουν, τόσο που μια κάποια ελπίδα έλαμψε για λίγο. Αλλά σε κάποια στιγμή ο Ιουστινιάνης (σ.σ. Ιωάννης Ιουστινιάνης, γενουάτης στρατιωτικός, υπερασπιστής της Κωνσταντινούπολης) τραυματίστηκε [σοβαρά] και ζήτησε από τους άνδρες του να τον μεταφέρουν στο πλοίο του. H γραμμή της άμυνας έσπασε. (…)
»Τότε ο τελευταίος βυζαντινός αυτοκράτορας (σ.σ. Ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος) ξήλωσε από τη στολή του τα διακριτικά που μπορούσαν να προδώσουν το αξίωμά του και όρμησε προς τα τείχη. Δεν τον ξαναείδε ποτέ κανείς».
Άγγελος από τον ουρανό θα έσφαζε τους Τούρκους…
Ο Δούκας γράφει, ότι ο Παλαιολόγος πολλές μέρες πριν πέσει η Πόλη έστειλε τους πρέσβεις του στον σουλτάνο, όμως δεν είναι πιστευτός γιατί όσο η άμυνα βαστούσε, οι ενωτικοί επικρατούσαν και δεν δέχονταν συζήτηση για συνθηκολόγηση. Άρα οι πρέσβεις στάλθηκαν τις τελευταίες κρίσιμες ημέρες. Όταν μαθεύτηκε η συνθηκολόγηση, ήταν φυσικό να δημιουργηθεί μεγάλη σύγχυση. Οι ενωτικοί μαζεύτηκαν προς το μέρος της Αγίας Σοφίας και της Πύλης του Ρωμανού για να φύγουν, όπως είχε οριστεί στη συμφωνία από ποιο μέρος θα έφευγαν.
Οι ανθενωτικοί, όμως, έμειναν στα σπίτια τους και έβαλαν τα συμφωνημένα σημάδια στις πόρτες τους και έπεσαν να κοιμηθούν ήσυχοι, όπως μας πληροφορεί ο Δούκας. Όταν όμως το πρωί στις 29 του Μάη διαδόθηκε πως ο Παλαιολόγος αρνήθηκε να δεχτεί νέους όρους του Μωάμεθ, αυτοί πήγαν και άνοιξαν την Κερκόπορτα ή κατά τον Κριτόβουλο την πυλίδα Ιουστίνου, για να μπουν οι Τούρκοι μέσα. Η κυβερνητική εξουσία ήταν ανύπαρκτη. Ο καθένας από τους ενωτικούς κοίταζε πώς να γλιτώσει. Άλλοι έτρεχαν προς την παραλία της Προποντίδας και άλλοι κλείστηκαν στην Αγιά Σοφιά, πιστεύοντας τους χρησμούς και τις προφητείες, πώς θα κατέβαινε άγγελος από τον ουρανό για να σφάξει τους Τούρκους.
Και τότε έγινε μακελειό που δεν περιγράφεται. Δεν γνώριζε το σκυλί τον αφέντη του! Μανιασμένοι Τούρκοι έσφαζαν όσους και όποιους βρίσκανε μπροστά τους. Οι ανθενωτικοί επικαλέστηκαν τη συμφωνία της παράδοσης και ο Μωάμεθ έδωσε προσταγή να τους αφήσουν να φύγουν. Στο άλλο μέρος όμως που ήταν οι ενωτικοί, οι Τούρκοι άλλους τους έσφαζαν κι άλλους τους αιχμαλώτιζαν. Από τους μεγάλους όμως της κλίκας των ενωτικών πολλοί σώθηκαν.
Μόνος κατάμονος ο Αυτοκράτορας!
Το χειρότερο όμως ήταν πως πολλοί από τους υπουργούς του Παλαιολόγου και πρώτος και καλύτερος ο Φραντζής το σκάσαν και άφησαν ολομόναχο τον αυτοκράτορα. Όλοι τον εγκατέλειψαν! Είχε βάλει τη βασιλική στολή του και κοίταζε και αυτός πως θα γλιτώσει. Το τι απόγινε δεν ξέρουμε. Σκοτώθηκε βέβαια, αλλά από ποιους, πώς και πού δεν το μαθαμε πότε. Οι πηγές που έφτασαν ως εμάς τα λένε πολύ μπερδεμένα. Μερικές λένε πως σκοτώθηκε πολεμώντας και πως όταν μπήκε ο σουλτάνος μέσα στην Πόλη και ρώτησε τον Νοταρά τι απόγινε ο βασιλιάς, πληροφορήθηκε πως σκοτώθηκε. Τότε πρόσταξε να βρεθεί το σώμα του. Κι άμα, καθώς λένε, βρέθηκε ακέφαλο διέταξε και το θάψανε. Άλλοι λένε πως ο Παλαιολόγος πνίγηκε κι άλλοι πως ήταν κρυμμένος και άλλοι πως δραπέτευσε. Όλα αυτά είναι θρύλοι που πέρασαν στη λαϊκή ποίηση εκείνου του καιρού. Ότι όμως η Πόλη παραδόθηκε από ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού και ο Παλαιολόγος υπέγραψε τη συμφωνία, βεβαιώνεται και από πατριαρχικές πήγες. Ο εκκλησιαστικός χρονογράφος Μαλαξός στην «Πατριαρχική Ιστορία» του μας δείχνει σχετικές διαφωτιστικές πληροφορίες.
Αλλά και ο ιστορικός της πατριαρχικής ιστορίας Αθανάσιος Υψηλάντης διηγείται σχεδόν τα ίδια και γράφει πως οι Τούρκοι στα χρόνια του σουλτάνου Σελίμ (1519) πήραν απόφαση να γκρεμιστούν οι εκκλησίες και να αναγκάσουν τους Χριστιανούς να αλλαξοπιστήσουν. Τότε ο Πατριάρχης πήγε στο σουλτάνο και του είπε πως αυτά που θέλει να κάνει είναι αντίθετα προς το Κοράνι και τη συμφωνία που υπογράφτηκε όταν πάρθηκε η Πόλη.
Τα τραγούδια και η αλήθεια τους
Εκτός όμως από τις πήγες υπάρχουν και οι θρύλοι και οι παραδόσεις που συμφωνούν με όσα γράφουν αυτοί που υποστηρίζουν ότι η Πόλη έπεσε με συμφωνία. Το παλιό λαϊκό τραγούδι του Πόντου είναι χαρακτηριστικό και απηχεί την κατακραυγή των Ρωμιών της Τραπεζούντας για την προδοσία των ανθενωτικών: «Την Πόλιν όντες όριζεν ο ΄Ελλεν Κωνσταντίνον, είχεν πορτάρους δίκλωπους κ αφέντες φοβετζάρους. Είχεν αφέντην σερασκέρ, τομ μέγαν Ιωάννην. Εκείνος είχε σύνοδον Ρωμαίους δωδεκάραν. Εκείνος είχε μεκχεμέν Ρωμαίους αφεντάδες. Εκείν’ κ’ εκρίναν δίκαια εδώκαν τα κλειδιά.
Η ουσία είναι ότι η Κωνσταντινούπολη πάρθηκε από τους Τούρκους και η οπισθοδρόμηση στις περιοχές της Ανατολής παγιώθηκε. Οπισθοδρόμηση οικονομική, κοινωνική, πνευματική. Χρειάστηκε να περάσουν 400 χρόνια όπως γράφει ο Κορδάτος, «για να αναπτυχθούν νέες παραγωγικές δυνάμεις και να αλλάξουν οι παραγωγικές σχέσεις μέσα στην οθωμανική αυτοκρατορία. Και μόνο τότε βλάστησε και αντρώθηκε ο νεοελληνικός εθνισμός που με τα ανδραγαθήματα του στα 1821 ξάφνιασε και έδωσε δυνατά χτυπήματα στη φεουδαρχική και απολυταρχική Τουρκία».
Και η Ιστορία συνεχίζεται…

«ΕΛΕΥΘΕΡΟΝ ΒΗΜΑ», 29.5.1938, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» | «ΤΑ ΝΕΑ»
Φυσικά, η Πόλη δεν έπεσε εν μία νυκτί.
Γράφει στο «ΕΛΕΥΘΕΡΟΝ ΒΗΜΑ» της 29ης Μαΐου του 1938, ο Κωνσταντίνος Σπανούδης:
»Η άλωσις της Κωνσταντινουπόλεως δεν είνε, όπως συνήθως θεωρείται, απλούν αποτέλεσμα της πολιορκίας, που έστησεν ο φιλόδοξος και κατ’ εξοχήν εκπρόσωπος του πολεμικού μένους της φυλής του και της αγρίας απολαύσεως του μάχεσθαι σουλτάνος Μωάμεθ ο Β’.
»Είναι ζήτημα που την αρχήν του πρέπει να την ζητήση κανείς εξ ενός εις την θέσιν που περιήλθεν η Βυζαντινή Αυτοκρατορία μετά την άλωσιν της Πόλεως από τους σταυροφόρους και εξ άλλου εις το πνεύμα με τον οποίον είχαν διαποτισθή οι προσήλυτοι του ισλαμισμού, ήδη από της εμφανίσεως αυτού του αρχηγού της νέας θρησκείας, απέναντι της μεγίστης και πλουσιωτάτης Πόλεως “του οφθαλμού των πόλεων πασών, του στεφάνου δόξης και ευφροσύνης της γης”.
»Διότι όλων η φαντασία εξεκαίετο από το όραμά της. Όλοι προς αυτήν απέβλεπαν, άλλοι με θαυμασμόν και κατάπληξιν και άλλοι με φθόνον και βουλιμίαν. Δεν ημπορεί να συγκρατήση την κατάπληξίν του όταν την βλέπη ο Άραψ Χασάν Αλή ελ Χερεμπή, αλλά και να μην εκδηλώση τον φθόνον του και περιγράφοντάς την να μην ανακράξη: Ο Θεός να δώση εν τω απείρω ελέει του και τη μεγαλοδωρία του να την καταστήση μητρόπολιν του Ισλαμισμού.
Προσπάθεια αιώνων
»Η προσπάθεια διά την άλωσιν της Κωνσταντινουπόλεως ήτο ζήτημα πολλών γενεών του Μουσουλμανικού κόσμου. Επτακόσια ολόκληρα χρόνια εκυοφορείτο και εμεγάλωνεν ο πόθος αυτός.
»Είχε γίνει μία παράδοσις μεγάλη και ιερά εις σημείον που να διακηρύσσεται ως δόγμα πίστεως ότι ο προφήτης Μωάμεθ είχε συνομιλήσει διά το ζήτημα αυτό με τον Θεόν και ότι είχεν ακούσει από αυτόν ότι η μεγάλη ημέρα της κρίσεως δεν θα έλθη πριν ή αλωθή η Πόλις από τους υιούς της Άγαρ.
»Δι’ αυτό οι Άραβες την επολιόρκησαν επτά φοράς. Και οι Τούρκοι πέντε εις διάστημα 57 μόλις ετών. Αυτό ακόμη ερμηνεύει την ακάθεκτον ορμήν των πολεμιστών του Μωάμεθ μετά το πρωί εκείνο της 29ης Μαΐου».
Προφητείες και μαντείες
»Σταδιακά η Άλωσι της Πόλης έγινε «θέμα προφητειών και προρρήσεων εις την φαντασίαν τόσον του Μουσουλμανικού κόσμου, όσον και των Βυζαντινών. Αστρολόγοι και μάγοι που είχαν πάντοτε μεγάλην πέρασιν και εις τους Βυζαντινούς Αυτοκράτορας και τους Καλίφας και τους Σουλτάνους προέλεγαν και προεφήτευαν διάφορα πράγματα που εξήπταν ακατάπαυστα την φαντασίαν του πλήθους.
Παρακμή και καθίζηση
Ιστορικοί και μελετητές αναλύουν με σαφήνεια τη μη αναστρέψιμη παρακμή και καθίζηση στην οποία οδήγησαν την Κωνσταντινούπολη και τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία γενικότερα, οι Σταυροφόροι κατακτητές.
Γράφει στο «ΒΗΜΑ» τον Μάιο του 2003 ο Αυγουστίνος Ζενάκος:
«Για την επιβίωσή της η Κωνσταντινούπολη πάλεψε θαρραλέα αλλά η μοίρα της είχε ήδη προδιαγραφεί 249 χρόνια πριν, όταν την είχαν κουρσέψει οι Σταυροφόροι και οι Ενετοί της χριστιανικής Δύσης.
»Το βυζαντινό κράτος διασπάστηκε τότε σε τρία μέρη: στην Αυτοκρατορία της Νικαίας, στο Δεσποτάτο της Ηπείρου και στην Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας. Ετσι, όταν το 1259 ο Μιχαήλ Παλαιολόγος, σφετεριστής του αυτοκρατορικού θρόνου της Νικαίας, κατόρθωσε με τη βοήθεια των Γενουατών να διώξει τους Ενετούς από την Κωνσταντινούπολη και μετά από δύο χρόνια, το 1261, να στεφθεί ο ίδιος αυτοκράτορας του Βυζαντίου, ως Μιχαήλ H’ ο Ελευθερωτής, η αυτοκρατορία ήταν πλέον διαμελισμένη και συρρικνωμένη και η Βασιλεύουσα λεηλατημένη και πάμπτωχη».
(…)
» Τα άλλοτε πλούσια βυζαντινά λιμάνια και αστικά κέντρα τα κατείχαν Φράγκοι, και στη Μικρά Ασία οι Τούρκοι γίνονταν όλο και πιο απειλητικοί. Το εσωτερικό της αυτοκρατορίας σπαρασσόταν από εμφύλιες διαμάχες.
»H αδυναμία – και πολλές φορές η αμέλεια – των αυτοκρατόρων να προφυλάξουν τα ανατολικά σύνορα από την επέλαση των Οθωμανών στέρησε το Βυζάντιο από τους πλούσιους σιτοβολώνες της Μικράς Ασίας και από τη δυνατότητα στρατολόγησης ανδρών.
»Ετσι, ταλανισμένη από εμφυλίους πολέμους, από την πανώλη του 1347 που εξόντωσε πάνω από το ένα τρίτο του πληθυσμού της, έχοντας χάσει όλες σχεδόν τις κτήσεις της (ακόμη και τη Θεσσαλονίκη), με μόνο το Δεσποτάτο του Μορέως να επιβιώνει και να ανθεί πνευματικά κα πολιτιστικά, και με τον κλοιό των Τούρκων να σφίγγει αδιάκοπα γύρω της, η Κωνσταντινούπολη στις αρχές του 15ου αιώνα ήταν πλέον μια πόλη-κράτος και όχι πρωτεύουσα αυτοκρατορίας».

Η πολιορκία ξεκινά
Φτάνουμε έτσι στον Μάρτιο του 1453, όταν και αρχίζει η πολιορκία της Πόλης που θα οδηγήσει στην Άλωσή της.
«Το μεγάλο κανόνι του Ουρβανού, πάνω σε ειδικά φτιαγμένο τροχοφόρο που το έσερναν 60 βόδια, έφθασε και αυτό. Ο Μωάμεθ εμφανίστηκε στις 5 Απριλίου επικεφαλής των 12.000 επιλέκτων γενιτσάρων του και έστησε τη χρυσοκόκκινη σκηνή του στην Κοιλάδα του Λύκου, μερικές εκατοντάδες μέτρα έξω από την πύλη του Αγίου Ρωμανού».
Τα κακά νέα είναι ο ότι ο τουρκικός στόλος καταλαμβάνοντας τα Πριγκιπονήσια και έχοντας υπό τον έλεγχο του τις ακτές της Προποντίδας «στραγγάλισε» τον ανεφοδιασμό της πολιορκούμενης Πόλης.
Στις 6 Απριλίου ο Μωάμεθ ζητά από τους Κωνσταντινουπολίτες να παραδώσουν τη Πόλη υποσχόμενος ότι ο στρατός του δεν θα βλάψει κανέναν, δηλώνοντας παράλληλα ότι σε αντίθετη περίπτωση δεν θα έδειχνε κανέναν οίκτο. Οι πολιορκημένοι απάντησαν αρνητικά και οι Οθωμανοί ξεκίνησαν την επίθεσή τους.
Βασικό στοιχείο των πρώτων ημερών ήταν ότι οι πολιορκητές είχαν προμηθευτεί ισχυρότατα κανόνια, νέας, για τα δεδομένα της εποχής, τεχνολογίας. Αρχικά πάντως οι αμυνόμενοι μπορούσαν και επισκεύαζαν, έστω υποτυπωδώς τις φθορές στα απόρθητα ως τότε τείχη της Πόλης.
Η κατάληψη του Κεράτιου Κόλπου
Το κομβικότερο γεγονός στη μοιραία αυτή πολιορκία της Κωνσταντινούπολης, ήταν ότι οι Οθωμανοί κατόρθωσαν να καταλάβουν με τα πλοία τους τον Κεράτιο κόλπο. Οι Βυζαντινοί όπως και προηγούμενες περιόδους πολέμου είχαν κλείσει την είσοδο του κόλπου, με μία μεγάλη σιδερένια αλυσίδα, που δενόταν από τη μία πλευρά του ως την άλλη.
Ο Μωάμεθ Β’ όμως βρήκε τελικά τρόπο να εισέλθει το ναυτικό του στον Κεράτιο Κόλπο.
«Ακολούθησε τη συμβουλή ενός ιταλού μηχανικού να μεταφέρει τα πλοία του από την ξηρά. Πράγμα που έκανε, ενώ ταυτόχρονα κρατούσε τους Βυζαντινούς απασχολημένους με τους συνεχείς βομβαρδισμούς στα χερσαία τείχη της Πόλης.

Οι Οθωμανοί περνούν τα πλοία τους στον Κεράτιο Κόλπο διά ξηράς
»Οι χιλιάδες εργάτες που είχε στη διάθεσή του ο σουλτάνος κατασκεύασαν κιλλίβαντες οι οποίοι ποντίστηκαν στη θάλασσα από την πλευρά του Γαλατά, δέθηκαν πάνω τους τα πλοία και μετά τα τράβηξαν με τροχαλίες. Με τον τρόπο αυτόν γύρω στα 70 πλοία μεταφέρθηκαν μέσα στον Κεράτιο Κόλπο.
»Στις 22 Απριλίου οι Βυζαντινοί βρέθηκαν προ τετελεσμένου γεγονότος. H απόπειρα του ηρωικού Ενετού Τζιάκομο Κόκο να πυρπολήσει τα τουρκικά πλοία απέτυχε. H εκδίωξη του τουρκικού στόλου από τον Κεράτιο ήταν πλέον αδύνατη».

Σχέδιο των χερσαίων τειχών της Κωνσταντινούπολης
Η τελευταία νύχτα
Η είσοδος των Οθωμανών στον Κεράτιο κόλπο, ήταν και η αρχή του οριστικού τέλους για την Κωνσταντινούπολη. Οι βομβαρδισμοί των τειχών εντείνονται ενώ οι πολιορκητές προσπαθούν να μπουν στην Πόλη και μέσα από σήραγγες που σκάβουν κάτω από τα τείχη. Φτάνουμε έτσι στην τελευταία νύχτα πριν την άλωση.
«Το βράδυ της 28ης Μαΐου στην Αγία Σοφία ορθόδοξοι και καθολικοί ιερείς φόρεσαν τα επίσημα άμφιά τους και λειτούργησαν από κοινού μπροστά σε ένα ποίμνιο ενωμένο για πρώτη και τελευταία φορά.
H επίθεση άρχισε λίγο μετά τα μεσάνυχτα. Οι Τούρκοι βασίστηκαν στον όγκο των δυνάμεών τους. Οι λιγοστοί υπερασπιστές της πόλης ωστόσο συνέχιζαν να τους αποκρούουν, τόσο που μια κάποια ελπίδα έλαμψε για λίγο. Αλλά σε κάποια στιγμή ο Ιουστινιάνης (σ.σ. Ιωάννης Ιουστινιάνης, γενουάτης στρατιωτικός, υπερασπιστής της Κωνσταντινούπολης) τραυματίστηκε [σοβαρά] και ζήτησε από τους άνδρες του να τον μεταφέρουν στο πλοίο του. H γραμμή της άμυνας έσπασε. (…)
»Τότε ο τελευταίος βυζαντινός αυτοκράτορας (σ.σ. Ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος) ξήλωσε από τη στολή του τα διακριτικά που μπορούσαν να προδώσουν το αξίωμά του και όρμησε προς τα τείχη. Δεν τον ξαναείδε ποτέ κανείς».
Υπήρξε Κερκόπορτα;
Οι Οθωμανοί τελικά κατορθώνουν και εισβάλουν στην Πόλη. Οι συνεχείς κανονιοβολισμοί είχαν προκαλέσει ανοίγματα στα εξωτερικά και εσωτερικά τείχη της Κωνσταντινούπολης.
Πολύ συζήτηση γίνεται πάντα, όταν αναφερόμαστε στην Άλωση της Κωνσταντινούπολης, για την Κερκόπορτα, την πύλη από την οποία, λέγεται, ότι μπήκαν στην Κωνσταντινούπολη οι πολιορκητές.
Η Κερκόπορτα ήταν μια μικρή πύλη στα εσωτερικά τείχη, που το μισό της τμήμα βρισκόταν κάτω από το επίπεδο του εδάφους. Οι ιστορικοί απορρίπτουν κατηγορηματικά ότι υπήρξε προδοσία και πως η Κερκόπορτα ανοίχθηκε από κάποιον Κωνσταντινοπολίτη και θεωρούν πολύ πιθανό να βρήκαν οι πολιορκητές τη συγκεκριμένη πύλη αφύλαχτη.
Σημειώνουν επίσης ότι οι πολιορκητές, έχοντας προωθηθεί τόσο κοντά στα εσωτερικά τείχη, βρήκαν πολλά ακόμα σημεία από τα οποία μπόρεσαν να μπουν στην Πόλη.
Κάντε το πρώτο σχόλιο