Αγροτική ανάπτυξη με στρατηγική προϊόντων υψηλής βιολογικής αξίας

Χρειάζεται συμφωνία σε επίπεδο Πολιτείας, παραγωγών, επιστημονικής κοινότητας και αγοράς γύρω από λίγες, στρατηγικές κατηγορίες προϊόντων, όπου το ελληνικό μικροκλίμα προσδίδει σαφές συγκριτικό πλεονέκτημα

Γράφει στην naftemporiki.gr ο Νίκος Κουτσιανάς Founder SYMBEEOSIS, Founder APIVITA

Η συζήτηση για τον ελληνικό αγροτικό τομέα παραμένει εγκλωβισμένη στη διαχείριση της καθημερινότητας: κόστη, αποζημιώσεις, επιδοτήσεις, ακραία καιρικά φαινόμενα. Όλα υπαρκτά και πιεστικά. Όμως καμία χώρα δεν διαμόρφωσε βιώσιμο παραγωγικό μοντέλο κοιτώντας αποκλειστικά το πρόβλημα. Το έκανε μόνο όταν συμφώνησε στο όραμα.

Για την Ελλάδα, αυτό το όραμα δεν μπορεί παρά να στηρίζεται σε μια εθνική συνεννόηση για το τι αξίζει να παράγουμε και γιατί.

Η χώρα μας είναι μικρή σε έκταση, αλλά εξαιρετικά πλούσια σε μικροκλίματα, εδαφικές διαφοροποιήσεις και βιοποικιλότητα. Αυτό το χαρακτηριστικό δεν ευνοεί τη μαζική, ομογενοποιημένη παραγωγή.

Ευνοεί, όμως, κάτι πολύ πιο πολύτιμο: την παραγωγή προϊόντων υψηλής βιολογικής αξίας, με μοναδικά οργανοληπτικά και λειτουργικά χαρακτηριστικά, που δεν μπορούν να αντιγραφούν αλλού.

Ηγέτιδα στην ποιότητα

Η Ελλάδα δεν έχει λόγο να ανταγωνιστεί σε όγκο. Έχει λόγο να ηγηθεί στην ποιότητα. Αυτό προϋποθέτει μια συλλογική επιλογή. Όχι άλλες αποσπασματικές καλλιέργειες, όχι άλλη διάχυση πόρων χωρίς προτεραιότητες.

Χρειάζεται συμφωνία σε επίπεδο Πολιτείας, παραγωγών, επιστημονικής κοινότητας και αγοράς γύρω από λίγες, στρατηγικές κατηγορίες προϊόντων, όπου το ελληνικό μικροκλίμα προσδίδει σαφές συγκριτικό πλεονέκτημα.

Σε αυτές περιλαμβάνονται το ελαιόλαδο και η ελιά, όχι ως απλό διατροφικό αγαθό, αλλά ως προϊόν υγείας και πολιτισμού, το μέλι και τα προϊόντα της μέλισσας, άρρηκτα συνδεδεμένα με τη βιοποικιλότητα, τα αρωματικά και φαρμακευτικά φυτά, στα οποία η Ελλάδα διαθέτει μοναδική φυσική συγκέντρωση δραστικών ουσιών, καθώς και επιλεγμένα προϊόντα ζωικής παραγωγής ΠΟΠ και ο οίνος, όπου το έδαφος καθορίζει την ταυτότητα.

Η στρατηγική αυτή δεν είναι θεωρητική. Αποτελεί διεθνώς αποδεκτό μοντέλο για χώρες με αντίστοιχα χαρακτηριστικά. Εκεί όπου εφαρμόστηκε, δημιούργησε υπεραξία, αύξησε τις εξαγωγές και ενίσχυσε το αγροτικό εισόδημα χωρίς εξάντληση των φυσικών πόρων.

Το κρίσιμο ερώτημα, ωστόσο, είναι πώς γίνεται η μετάβαση από το σημερινό μοντέλο σε αυτό που περιγράφεται. Και, κυρίως, πώς θα ζήσουν οι αγρότες στη μεταβατική περίοδο.

Πώς θα γίνει η μετάβαση

Η μετάβαση δεν μπορεί και δεν πρέπει να είναι απότομη. Οφείλει να είναι σταδιακή, δίκαιη και οικονομικά ασφαλής. Το υφιστάμενο παραγωγικό μοντέλο δεν εγκαταλείπεται άμεσα, αλλά συνυπάρχει για ένα χρονικό διάστημα με τις νέες καλλιέργειες και πρακτικές υψηλής βιολογικής αξίας. Ο αγρότης δεν καλείται να ρισκάρει το εισόδημά του, αλλά να μετακινηθεί με στήριξη, γνώση και προοπτική.

Οι πόροι για αυτή τη μετάβαση υπάρχουν. Προέρχονται από την Κοινή Αγροτική Πολιτική, τα προγράμματα αγροτικής ανάπτυξης, τα ευρωπαϊκά εργαλεία της πράσινης μετάβασης και της ανθεκτικότητας, καθώς και από ιδιωτικά κεφάλαια που αναζητούν ποιοτικές, σταθερές επενδύσεις στον αγροδιατροφικό τομέα. Το ζητούμενο δεν είναι περισσότερα χρήματα, αλλά καλύτερη στόχευση.

Κατά τη μεταβατική περίοδο, το αγροτικό εισόδημα οφείλει να διασφαλιστεί μέσα από στοχευμένες ενισχύσεις συνδεδεμένες με τη μετάβαση, πολυετή συμβόλαια με μεταποιητικές και εξαγωγικές επιχειρήσεις και πρόσβαση σε τεχνική υποστήριξη και εκπαίδευση. Η μετάβαση προς προϊόντα υψηλής βιολογικής αξίας δεν είναι μόνο αλλαγή καλλιέργειας, είναι αλλαγή γνώσης, πρακτικής και αντίληψης.

Όμως για να λειτουργήσει όλο αυτό, απαιτεί κάτι βαθύτερο από τεχνικές παρεμβάσεις. Απαιτεί εθνική συνεννόηση: κοινή γλώσσα ποιότητας, κοινά πρότυπα πιστοποίησης, κοινό αφήγημα προς τις διεθνείς αγορές. Απαιτεί να περάσουμε από το «ο καθένας μόνος του» στο «όλοι μαζί σε έναν εθνικό στόχο».

Στρατηγική ωριμότητα

Η επιλογή του μέτρου δεν είναι υποχώρηση. Είναι στρατηγική ωριμότητα. Όπως και στην οικονομία συνολικά, έτσι και στον αγροτικό τομέα, η συγκέντρωση δυνάμεων σε λίγες κατευθύνσεις με υψηλή βιολογική και εμπορική αξία δημιουργεί πολλαπλασιαστικά οφέλη.

Η Ελλάδα δεν χρειάζεται να παράγει περισσότερα. Χρειάζεται να παράγει αυτό που μόνο η Ελλάδα μπορεί να παράγει, με σεβασμό στη φύση, στον άνθρωπο και στον τόπο.

Είναι η ώρα ο αγροτικός τομέας να αποκτήσει εθνική στρατηγική και να πάψει να παραμένει εγκλωβισμένος στη διαχείριση των καθημερινών του προβλημάτων.

Να περάσουμε από το «σβήνουμε φωτιές» στο «χτίζουμε μέλλον». Από τη διαχείριση κρίσεων στη χάραξη μιας συνεκτικής, μακρόπνοης εθνικής στρατηγικής για τον αγροδιατροφικό τομέα.

 

Κάντε το πρώτο σχόλιο

Υποβολή απάντησης

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται.


*