Με ένα σαφώς βαρύτερο «φορτίο» εισέρχεται η ελληνική οικονομία στο τελευταίο τρίμηνο του 2026. Η νέα εκτίναξη του ενεργειακού κόστους, λόγω της κατάστασης στη Μέση Ανατολή, έρχεται να προστεθεί στον ήδη υψηλό πληθωρισμό, την ώρα που η ανάπτυξη κατεβάζει ταχύτητα και το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών παραμένει μία από τις βασικές διαρθρωτικές αδυναμίες της χώρας.
Τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία αποτυπώνουν αυτή τη διπλή εικόνα. Το πραγματικό ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 1,9% στο β΄ τρίμηνο, έναντι 2% στο πρώτο, ενώ σε τριμηνιαία βάση η αύξηση περιορίστηκε στο 0,3%. Η ιδιωτική κατανάλωση αυξήθηκε κατά 1,7% σε ετήσια βάση.
Την ίδια ώρα, ο πληθωρισμός διαμορφώθηκε τον Αύγουστο στο 3,8%, έναντι 2,9% έναν χρόνο νωρίτερα, ενώ ο εναρμονισμένος δείκτης της Eurostat έφθασε στο 3,7%, από μόλις 2,7% τον Ιούλιο.
Και πάνω σε αυτή την εικόνα προστίθεται πλέον ο σημαντικότερος εξωτερικός κίνδυνος που δεν είναι άλλος από την ενέργεια.
Ελληνική οικονομία: Το πετρέλαιο απειλεί
Η άνοδος των διεθνών τιμών του πετρελαίου αποτελεί ίσως τον μεγαλύτερο άμεσο κίνδυνο για το τελευταίο τρίμηνο. Στα μέσα Σεπτεμβρίου το Brent εξακολουθούσε να κινείται κοντά στα 100 δολάρια το βαρέλι, καθώς η κρίση στη Μέση Ανατολή διατηρεί την πίεση στις αγορές ενέργειας.
Για την Ελλάδα, το πρόβλημα είναι διπλό. Το ακριβότερο πετρέλαιο περνά άμεσα στις τιμές καυσίμων και μεταφορών και, με χρονική υστέρηση, στο κόστος παραγωγής, στα τρόφιμα και στις υπηρεσίες. Παράλληλα, αυξάνει τον λογαριασμό των ενεργειακών εισαγωγών.
Δεν είναι τυχαίο ότι τόσο η Ευρωπαϊκή Επιτροπή όσο και το ΔΝΤ έχουν ήδη αναθεωρήσει προς τα κάτω την πρόβλεψή τους για την ελληνική ανάπτυξη στο 1,8% το 2026, αποδίδοντας σημαντικό μέρος της επιβράδυνσης στο ενεργειακό σοκ και στις επιπτώσεις του πολέμου στη Μέση Ανατολή. Η Κομισιόν εκτιμά παράλληλα πληθωρισμό 3,7% για το σύνολο του έτους.
Ο πληθωρισμός επέστρεψε
Ο δεύτερος κίνδυνος είναι ότι η αποκλιμάκωση των τιμών αποδεικνύεται εύθραυστη.
Ο ελληνικός εναρμονισμένος πληθωρισμός έκανε άλμα από 2,7% τον Ιούλιο σε 3,7% τον Αύγουστο, ενώ στην Ευρωζώνη αυξήθηκε από 2,9% σε 3,2%.
Το κρίσιμο ερώτημα για τους επόμενους τρεις μήνες είναι κατά πόσο η ενεργειακή ανατίμηση θα περάσει στον πυρήνα του πληθωρισμού. Εάν οι επιχειρήσεις μετακυλίσουν το υψηλότερο κόστος ενέργειας και μεταφορών στις τελικές τιμές, η πίεση στα πραγματικά διαθέσιμα εισοδήματα θα ενισχυθεί και η ιδιωτική κατανάλωση θα δεχθεί νέο πλήγμα.
Αυτός είναι και ένας από τους βασικούς κινδύνους που έχει επισημάνει το ΔΝΤ. Ουσιαστικά, η περαιτέρω άνοδος των εμπορευμάτων, αυξήσεις μισθών ταχύτερες από την παραγωγικότητα και πρόσθετο κόστος από κλιματικές διαταραχές μπορούν να τροφοδοτήσουν νέες πληθωριστικές πιέσεις.
Η «τρύπα» των 9,3 δισ. ευρώ
Ίσως το πιο ανησυχητικό στοιχείο των τελευταίων ημερών βρίσκεται στο εξωτερικό ισοζύγιο.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που ανακοίνωσε στις 21 Σεπτεμβρίου η Τράπεζα της Ελλάδος, το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών έφθασε στο επτάμηνο Ιανουαρίου-Ιουλίου τα 9,3 δισ. ευρώ, αυξημένο κατά περίπου 1,5 δισ. ευρώ σε σχέση με το αντίστοιχο διάστημα του 2025.
Το στοιχείο αποκτά μεγαλύτερη σημασία λόγω της νέας ενεργειακής κρίσης. Μια χώρα που εισάγει μεγάλο μέρος των ενεργειακών αναγκών της βλέπει το εμπορικό της ισοζύγιο να επιβαρύνεται όταν πετρέλαιο και φυσικό αέριο ακριβαίνουν.
Τον Ιούλιο, μάλιστα, οι εισαγωγές αγαθών αυξήθηκαν κατά 12,8% σε τρέχουσες τιμές και κατά 4,6% σε σταθερές τιμές, ενώ οι εξαγωγές αυξήθηκαν κατά 16,1% σε αξία αλλά μόλις κατά 0,5% σε πραγματικούς όρους.
Το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών είναι συνεπώς ένα από τα μεγέθη που αξίζει να παρακολουθούνται στενά μέχρι τον Δεκέμβριο.
Το στοίχημα της κατανάλωσης
Η ακρίβεια απειλεί να χτυπήσει εκεί όπου η ελληνική ανάπτυξη παραμένει ιδιαίτερα εξαρτημένη: στην κατανάλωση.
Η ιδιωτική κατανάλωση αυξήθηκε στο β΄ τρίμηνο κατά 1,7% σε πραγματικούς όρους σε σχέση με έναν χρόνο πριν.
Το πρόβλημα είναι ότι μια νέα αύξηση σε καύσιμα, ηλεκτρικό ρεύμα, μεταφορές και βασικά αγαθά περιορίζει το διαθέσιμο εισόδημα για άλλες αγορές. Η Κομισιόν εκτιμά ήδη ότι το ενεργειακό σοκ θα διαβρώσει το πραγματικό εισόδημα των νοικοκυριών και θα επιβραδύνει την κατανάλωση μέσα στο 2026.
Επίσης, η πλευρά των επιτοκίων δεν προσφέρει μεγάλη ανακούφιση. Τον Ιούλιο το μέσο επιτόκιο των νέων δανείων στην Ελλάδα ήταν 4,67%, των νέων δανείων προς ΜμΕ 4,45%, ενώ για τους ελεύθερους επαγγελματίες τα δάνεια χωρίς καθορισμένη διάρκεια κόστιζαν 6,91%.
Τουρισμός: Το πρώτο καμπανάκι
Το ισχυρότερο αντίβαρο εξακολουθεί να είναι ο τουρισμός.
Στο επτάμηνο Ιανουαρίου-Ιουλίου, οι ταξιδιωτικές εισπράξεις αυξήθηκαν κατά 12% στα 13,52 δισ. ευρώ, ενώ οι αφίξεις ενισχύθηκαν κατά 8,6%. Το ταξιδιωτικό πλεόνασμα έφθασε τα 11,24 δισ. ευρώ.
Ωστόσο, τα στοιχεία του Ιουλίου περιέχουν ένα πρώτο προειδοποιητικό σήμα: οι αφίξεις υποχώρησαν 3,1%, παρότι οι εισπράξεις αυξήθηκαν κατά 7,2%, χάρη κυρίως στην αύξηση κατά 10% της μέσης δαπάνης ανά ταξίδι.
Εάν η ενεργειακή κρίση επιβαρύνει τις ευρωπαϊκές οικονομίες, περιορίσει τα πραγματικά εισοδήματα και αυξήσει ακόμη περισσότερο το κόστος των αεροπορικών μετακινήσεων, η ανθεκτικότητα των τουριστικών εσόδων θα δοκιμαστεί.
Πηγή ot.gr
Κάντε το πρώτο σχόλιο