Την ώρα που η δίκη για τα Τέμπη συνεχίζεται με διακοπές και εντάσεις, εφόσον ακόμη θέτουν οι συνήγοροι των κατηγορουμένων, θέματα επί της διαδικασίας, στο κέντρο της Αθήνας, μπροστά από τη Βουλή το προσκλητήριο των 57 ονομάτων δεν σταμάτησε ποτέ… Έσβησαν τα ονόματα, έριξαν χημικά στους φοιτητές, έφτιαξαν τροπολογία απαγόρευσης…αλλά η Ομάδα «Μέχρι Τέλους» των παιδιών τόσους μήνες μετά είναι εκεί.
Η δίκη για τα Τέμπη ολοκληρώνεται στο στάδιο των ενστάσεων, ενώ στο επίκεντρο βρίσκονται τα αιτήματα αναβολής. Μετά την συνεδρίαση της Δευτέρας απομένουν άλλες τρεις πριν από τη διακοπή του Αυγούστου με την επόμενη δικάσιμο να έχει οριστεί για τις 7 Σεπτεμβρίου. Η εισαγγελέας του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας θα προτείνει επί των αιτημάτων που υπέβαλαν συνήγοροι των κατηγορουμένων σχετικά με την αναβολή της δίκης, την ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος και την αποστολή προδικαστικών ερωτημάτων στο δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για διαχωρισμό των δικογραφιών.
Στο Σύνταγμα όπως νέοι άνθρωποι που οργάνωσαν και δημιούργησαν την ομάδα «Μέχρι Τέλους» δεν σταμάτησαν, ούτε μια μέρα. Με κρύο, βροχή και χιόνι, αλλά και μέσα στον καύσωνα, κάθε βράδυ στις 23:18 —την ώρα της σύγκρουσης των δύο τρένων— νέοι άνθρωποι στέκονται απέναντι από τη Βουλή και διαβάζουν ένα προς ένα τα ονόματα των 57 νεκρών των Τεμπών. «Παρών». «Παρούσα». Και στο τέλος: «Αθάνατοι».
Το έδαφος δημιουργήθηκε στις 28 Φεβρουαρίου 2024, έναν χρόνο μετά το έγκλημα των Τεμπών. Κατά τη διάρκεια της μεγάλης συγκέντρωσης στο Σύνταγμα, φοιτητές και συγγενείς των θυμάτων έγραψαν με κόκκινη μπογιά, μπροστά στον Άγνωστο Στρατιώτη, τα ονόματα των 57 νεκρών.Ανάμεσά τους ήταν και ο σημερινός πρόεδρος του συλλόγου συγγενών θυμάτων των Τεμπών, Παύλος Ασλανίδης, ο οποίος έγραψε ο ίδιος το όνομα του γιου του, Δημήτρη. Λίγες ώρες αργότερα, λίγο πριν από τα μεσάνυχτα, συνεργείο καθαριότητας έσβησε τα ονόματα. Η απόπειρα να εξαφανιστεί η μνήμη τους κράτησε, όμως, ελάχιστα.
Το επόμενο μεσημέρι, στις 29 Φεβρουαρίου, οι Φοιτητικοί Σύλλογοι επέστρεψαν στο Σύνταγμα και τα έγραψαν ξανά. Από εκείνη τη στιγμή, τα ονόματα έπαψαν να είναι απλώς μια αναγραφή στο μάρμαρο. Έγιναν δημόσιο μνημείο, τόπος συνάντησης και σύμβολο μιας κοινωνικής διεκδίκησης που αρνείται να σβήσει. Τόσους μήνες η μνήμη αρνείται να αποσυρθεί από τον δημόσιο χώρο και η απαίτηση για δικαιοσύνη επιστρέφει στο πολιτικό κέντρο της χώρας.
Η ομάδα «Μέχρι Τέλους» συγκροτήθηκε στη δεύτερη επέτειο από το έγκλημα, στις 28 Φεβρουαρίου 2025. Εκείνη την ημέρα, στο μαζικότερο συλλαλητήριο των τελευταίων χρόνων, συμφοιτητές των θυμάτων διάβασαν τα 57 ονόματα και εκατοντάδες χιλιάδες φωνές απάντησαν από την πλατεία Συντάγματος. Μετά τη διάλυση της συγκέντρωσης, ενώ τα ΜΑΤ χτυπούσαν διαδηλωτές και η πλατεία άδειαζε μέσα στα χημικά, ορισμένα νέα παιδιά αποφάσισαν να επιστρέψουν το ίδιο βράδυ. Από τότε δεν έφυγαν ποτέ.Το προσκλητήριο δεν ήταν εξαρχής ένα οργανωμένο «κίνημα». Ήταν μια απλή, επίμονη πράξη μνήμης: ένα καθημερινό ραντεβού μπροστά στα ονόματα που είχαν γραφτεί με κόκκινη μπογιά στο μάρμαρο. Σταδιακά, γύρω του δημιουργήθηκε ένας ζωντανός τόπος συνάντησης. Άνθρωποι άφηναν λουλούδια και κεριά, έπαιζαν μουσική, συζητούσαν, ενώ σε κρίσιμες στιγμές το μικρό καθημερινό προσκλητήριο μετατρεπόταν σε συγκέντρωση χιλιάδων ανθρώπων. Η πρώτη μεγάλη καμπή ήρθε τον Μάρτιο του 2025. Στις 13 Μαρτίου, φοιτητικοί σύλλογοι οργάνωσαν μεγάλη συναυλία στο Σύνταγμα, αφιερωμένη στους 57 νεκρούς. Ακολούθησαν νέες συγκεντρώσεις, συναυλίες και πορείες σε όλη τη χώρα. Το μνημείο των ονομάτων έγινε σημείο αναφοράς για ένα κοινωνικό ρεύμα που δεν αποδεχόταν ούτε τη λήθη ούτε την κυβερνητική εκδοχή περί μιας υπόθεσης που είχε «πάρει τον δρόμο της Δικαιοσύνης».
Η σημασία αυτής της παρουσίας δεν μετριέται μόνο στις μεγάλες ημέρες. Στις επετείους, οι λίγες δεκάδες έγιναν χιλιάδες. Στις συναυλίες η πλατεία γέμισε τραγούδια και στις πορείες τα ονόματα ακούστηκαν από χιλιάδες ανθρώπους. Στις 28 Φεβρουαρίου 2026, τρία χρόνια μετά το έγκλημα, το προσκλητήριο της ομάδας άνοιξε ξανά τη μεγάλη συγκέντρωση στο Σύνταγμα, παρουσία γονιών των θυμάτων. Η πραγματική δύναμή του, όμως, βρισκόταν στα συνηθισμένα βράδια: όταν δεν υπήρχαν κάμερες, εξέδρες ή χιλιάδες διαδηλωτές, αλλά μόνο λίγοι άνθρωποι που επέμεναν ότι η μνήμη είναι πολιτική πράξη.
Καθοριστική στιγμή υπήρξε ο αγώνας του Πάνου Ρούτσι. Τον Σεπτέμβριο του 2025, ο πατέρας του 22χρονου Ντένις εγκαταστάθηκε μπροστά στη Βουλή και ξεκίνησε απεργία πείνας, ζητώντας εκταφή και τοξικολογικές εξετάσεις στη σορό του παιδιού του. Για 23 ημέρες, το Σύνταγμα γέμισε ξανά αλληλεγγύη. Χιλιάδες άνθρωποι πέρασαν από το σημείο, ενώ στις 28 Σεπτεμβρίου πραγματοποιήθηκε μεγάλη συγκέντρωση συμπαράστασης. Η απεργία έληξε όταν έγιναν δεκτά τα αιτήματα: μια νίκη που επιβλήθηκε από την επιμονή ενός πατέρα και την κοινωνική δυναμική που συγκεντρώθηκε γύρω του. Αλλά ακόμη δεν του επέτρεψαν να κάνει την εκταφή…
Λίγες εβδομάδες αργότερα, η κυβέρνηση επιχείρησε να αλλάξει τους όρους της αναμέτρησης. Με τροπολογία για το Μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη απαγόρευσε τις δημόσιες συναθροίσεις στον χώρο και προέβλεψε ποινές φυλάκισης ή χρηματικά πρόστιμα. Κυβερνητικά στελέχη δήλωναν ότι δεν θα επιτρέπονταν πλέον διαδηλώσεις, πανό ή νέες αναγραφές, αφήνοντας ουσιαστικά τα ονόματα στη «φθορά του χρόνου».
Η απάντηση ήρθε από τους ίδιους τους συγγενείς και τον κόσμο. Όταν τα ονόματα ξεθώριασαν ή σβήστηκαν, πήγαν οι ίδιοι οι συγγενείς και τα έγραψαν ξανά με κόκκινη μπογιά, επανειλημμένα, από κοινού με τους συγκεντρωμένους της συλλογικότητας «Μέχρι τέλους». Και όταν η αστυνομία επιχείρησε να εμποδίσει ακόμη και μια μικρή μουσική εκδήλωση, οι συγκεντρωμένοι παρέμειναν και το προσκλητήριο πραγματοποιήθηκε κανονικά. Η απαγόρευση είχε ψηφιστεί, αλλά η καθημερινή παρουσία συνεχίστηκε αδιάκοπη, με αποτέλεσμα η αυταρχική κυβερνητική κίνηση να μείνει στα χαρτιά.
Η κυβέρνηση, παρά τις δηλώσεις και τα απειλητικά σήματα, δεν τόλμησε τελικά να εφαρμόσει μέχρι τέλους όσα είχε εξαγγείλει η ίδια και οι επί μέρους υποστηρικτές της: ούτε έσβησε τα ονόματα ούτε διέλυσε το καθημερινό προσκλητήριο, ούτε καν τις μουσικές βραδιές. Όχι από σεβασμό, αλλά επειδή γνώριζε το πολιτικό κόστος μιας εικόνας με αστυνομικούς απέναντι στους συγγενείς των νεκρών και στα παιδιά που κρατούν ζωντανή τη μνήμη τους.
Στις 500 ημέρες, το «Μέχρι Τέλους» δεν γιόρτασε μια επέτειο. Επανέλαβε μια υπόσχεση. Ότι οι 57 δεν θα μετατραπούν σε αριθμό. Ότι τα ονόματά τους δεν θα κρυφτούν πίσω από φράχτες, τροπολογίες και αστυνομικές απαγορεύσεις. Και ότι κάθε βράδυ, στις 23:18, ένα μεγαλύτερο ή μικρότερο μέρος της κοινωνίας θα συνεχίζει να φωνάζει προς τη Βουλή —και προς τον ουρανό— πως οι νεκροί των Τεμπών είναι παρόντες και το έγκλημα αυτό δεν θα συγκαλυφθεί.
Πηγή: efsyn.gr
Κάντε το πρώτο σχόλιο