Δημοσιεύθηκαν τα αποτελέσματα της έρευνας PISA που διεξήχθη το 2025 σε σχεδόν 765.000 μαθητές από 91 χώρες. Η έρευνα ξεκίνησε το 2000 και διεξάγεται κάθε 3 χρόνια, με την εξαίρεση του 2021, που αναβλήθηκε για ένα χρόνο λόγω της πανδημίας.
Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι υπάρχει παγκόσμια πτώση των επιδόσεων των μαθητών και στα τρία εξεταζόμενα αντικείμενα· την κατανόηση κειμένου, τα μαθηματικά και τις φυσικές επιστήμες. Φέτος η έρευνα περιλάμβανε, για πρώτη φορά, και την υπολογιστική επίλυση προβλημάτων.
Στην Ελλάδα υπάρχει πτώση των επιδόσεων, που γίνεται με τον κλασικό ελληνικό τρόπο, όπως σε όλα τα μεγέθη τα τελευταία χρόνια. Όπου υπάρχει αρνητική παγκόσμια αύξηση των μεγεθών στην Ελλάδα είναι μεγαλύτερη (όπως με τις τιμές των αγαθών και τον πληθωρισμό) και όπου υπάρχει παγκόσμια πτώση των μεγεθών στην Ελλάδα είναι μεγαλύτερη (όπως στις επιδόσεις μας σε όλους τους τομείς). Έχουμε σε όλα πιο ακραίες επιδόσεις. Έτσι και στην έρευνα PISA. Στα διαγράμματα βλέπουμε τη διαχρονική σύγκριση των επιδόσεων σε κάθε ένα από τα τρία εξεταζόμενα αντικείμενα. Σε κάθε διάγραμμα υπάρχει ο μέσος όρος των χωρών του PISA, όπου είναι εμφανής η πτωτική πορεία μετά το 2012, ο μέσος όρος της Ελλάδας στον συγκεκριμένο δείκτη και από κάτω η διαφορά της Ελλάδας από τον μέσο όρο της PISA. Το αρνητικό πρόσημο μας δείχνει πόσο κάτω από το μέσο όρο της έρευνας PISA βρίσκεται η Ελλάδα σε κάθε δείκτη.
Το πρώτο βασικό συμπέρασμα είναι ότι η Ελλάδα ήταν από το 2000 πάντα κάτω από το μέσο όρο της PISA και στα τρία υπό εξέταση αντικείμενα. Δυστυχώς η απόσταση από τον μέσο όρο μεγαλώνει συνεχώς, πράγμα που δείχνει ότι το επίπεδο της Εκπαίδευσης στην Ελλάδα πέφτει περισσότερο από τον μέσο όρο της PISA και στα τρία αντικείμενα που ερευνώνται. Η μοναδική φορά που καταγράφηκε μείωση της απόστασης από το μέσο όρο ήταν το 2009. Ας δούμε τις επιδόσεις σε κάθε ερευνώμενο αντικείμενο χωριστά. Στην υπολογιστική επίλυση προβλημάτων, που διεξήχθη το 2025 για πρώτη φορά, ο μέσος όρος του ΟΟΣΑ ήταν 500 και της Ελλάδας 461. Η απόσταση και εδώ πολύ μεγάλη. Να πούμε ότι η διαφορά 20 μονάδων σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ αντιστοιχεί σε ένα χρόνο εκπαίδευσης.
Κατανόηση κειμένου
Η κατανόηση κειμένου ήταν το πρώτο αντικείμενο που μετρήθηκε στην PISA το 2000. Οι επιδόσεις φαίνονται στο διάγραμμα. Το 2009 σημειώνεται η καλύτερη επίδοση που ήταν οι 483 μονάδες, μια ανάσα από το μέσο όρο των 499 μονάδων του ΟΟΣΑ. Μετά αρχίζει η κατηφόρα που καταλήγει στις 438 μονάδες, 45 μονάδες χαμηλότερα από το ελληνικό μέγιστο. Στο ίδιο διάστημα η μείωση στο μέσο όρο των χωρών του ΟΟΣΑ ήταν μόλις 17 μονάδες. Είχαμε, δηλαδή, σχεδόν τριπλάσια μείωση από τις υπόλοιπες χώρες του ΟΟΣΑ, και έτσι η ελάχιστη διαφορά των -16 μονάδων από το μέσο όρο του 2006 έφτασε στις -44 μονάδες το 2022 και τις -43 το 2025, με συνεχή αύξηση της διαφοράς σε κάθε έρευνα PISA, εκτός από την τελευταία.

Μαθηματικά
Στα Μαθηματικά ξεκινήσαμε το 2003 με μέσο όρο τις 445 μονάδες, το 2006 τις 459 μονάδες και το 2009 τις 466 μονάδες. Είχαμε αρχίσει να καλύπτουμε τη διαφορά, αλλά μετά ήρθε η κρίση, για να πάρουμε την κάτω βόλτα. Η διαφορά μας από τον μέσο όρο το 2009 ήταν -36 μονάδες. Όλα τα άλλα χρόνια ήταν από -42 έως -50 μονάδες, με το 2025 να διαμορφώνεται στις -45 μονάδες. Επιστρέψαμε στο 2018, πριν την πανδημία, διότι το 2022 ήμασταν στο -50. Υπάρχει μία σταθερότητα στα μαθηματικά και σχεδόν πάντα χειρότερες επιδόσεις από την κατανόηση κειμένου.

Φυσικές Επιστήμες
Στις φυσικές επιστήμες η πτώση είναι σταθερή και συνεχής όλα αυτά τα χρόνια. Από το -30 σε σχέση με το μέσο όρο του ΟΟΣΑ φτάσαμε στο -52. Αναμενόμενο αν σκεφτεί κανείς ότι τα εργαστήρια των φυσικών επιστημών υπάρχουν και υπολειτουργούν, όπου δεν έχουν εγκαταλειφθεί στην πράξη. Η σύνδεση με τον πραγματικό κόσμο είναι ανύπαρκτη, πράγμα που είναι κρίσιμο στις φυσικές επιστήμες, αλλά υπάρχει σε όλη την εκπαίδευσή μας.

Το ποσοστό χαμηλής επίδοσης
Αναφέρει η έκθεση με τα αποτελέσματα της έρευνας: «Οι μεταβολές στο ποσοστό μαθητών χαμηλής επίδοσης δείχνουν σε ποιο βαθμό τα εκπαιδευτικά συστήματα προχωρούν (ή όχι) προς την παροχή βασικών δεξιοτήτων σε όλους τους μαθητές». Στην Ελλάδα τα ποσοστά των μαθητών που δεν φτάνουν το επίπεδο 2, αυτών δηλαδή που είναι λειτουργικά αναλφάβητοι, σε κάθε ένα από τα αντικείμενα είναι από 41% έως 49,5% και το ποσοστό των μαθητών που βρίσκονται κάτω από το επίπεδο 2 και στα 3 εξεταζόμενα αντικείμενα, ανέρχεται στο 31,4%. Αντίστοιχα ο μέσος όρος των χωρών του ΟΟΣΑ είναι από 25% έως 35%, όπως βλέπουμε στον πίνακα και ο μέσος όρος αυτών που είναι κάτω από το επίπεδο 2 είναι 19,7%. Η διαφορά μας είναι πολύ μεγάλη από τις άλλες χώρες που και αυτές αντιμετωπίζουν μείωση των επιδόσεων των μαθητών τους.
Ουσιαστικά ένας στους τρεις νέους στην Ελλάδα είναι λειτουργικά αναλφάβητος. Αυτό σημαίνει ότι αυτοί οι μαθητές δεν μπορούν να διαβάσουν ένα κείμενο και να βρουν την κεντρική του ιδέα, για παράδειγμα, δεν έχουν τρόπο να βρουν πόσα ευρώ είναι τα 10 δολάρια. Μελλοντικά εύκολα θύματα fake news και επιτηδείων δηλαδή. Η αγραμματοσύνη τους είναι πολύ σημαντικό πρόβλημα και αποτελεί βόμβα στα θεμέλια της δημοκρατίας, αν σκεφτούμε ότι αυτοί οι άνθρωποι θα ψηφίζουν και θα καθορίζουν το μέλλον όλων μας, σε δύο τρία χρόνια. Φυσικά η λύση δεν είναι να μην ψηφίζουν, αλλά να μην είναι λειτουργικά αναλφάβητοι. Αυτό θέλει πολλή δουλειά και λίγα λόγια, το αντίθετο από αυτό που γίνεται.

Γιατί έχουμε τέτοια πτώση στην απόδοση;
Γνωρίζουμε όλοι ότι περάσαμε μία οικονομική κρίση πρωτοφανούς έντασης, που παρόμοιά της δεν πέρασε καμία άλλη χώρα. Αυτό έφερε δραματική μείωση της χρηματοδότησης της εκπαίδευσης, που άγγιξε το 40% στην δευτεροβάθμια. Υπήρξε και η πανδημία, που έφερε την τηλεκπαίδευση και άφησε πολλές πληγές στην εκπαίδευση. Η πανδημία, βέβαια, υπήρξε παγκόσμια· όλες οι χώρες επηρεάστηκαν και αυτό φαίνεται στην πτώση των επιδόσεων σε όλες τις χώρες του ΟΟΣΑ και αντανακλάται στο μέσο όρο, αλλά εμείς περισσότερο, διότι ήμασταν παντελώς ανέτοιμοι.
Ένας άλλος παράγοντας που επηρεάζει όλες τις χώρες είναι τα κινητά τηλέφωνα και η προσκόλληση των εφήβων (και όχι μόνο) στις οθόνες και δη στα social. Αυτό επηρεάζει όλη την εκπαίδευση, αλλά κυρίως την κατανόηση κειμένου. Οι έφηβοι δεν διαβάζουν κείμενα, βλέπουν μόνο εικόνες και video. Αναμενόμενο είναι λοιπόν να μην μπορούν να καταλάβουν τι διαβάζουν. Η απαγόρευση δεν είναι λύση. Η λύση είναι να επιβληθεί στις εταιρείες, που συνειδητά καταστρέφουν τη νέα γενιά, να συμμορφωθούν σε κανόνες που δεν θα δημιουργούν εθισμό στους ανθρώπους αν θέλουμε να σώσουμε τις επόμενες γενιές. Κάτι που προσπάθησαν να κάνουν στην Αμερική (χωρίς να γνωρίζουμε αν θα αποδώσει) και ας ελπίσουμε ότι και η Ευρώπη θα ξυπνήσει σύντομα.
Οι παράγοντες που είναι παγκόσμιοι (πανδημία και κινητά) έφεραν την πτώση των επιδόσεων σε όλες τις χώρες του ΟΟΣΑ, όπως φαίνεται στη μείωση του μέσου όρου των χωρών του ΟΟΣΑ. Οι παγκόσμιοι παράγοντες επηρέασαν, φυσικά, και την Ελλάδα, επιπλέον είχαμε την οικονομική κρίση και τις συνεχείς παλινωδίες στην εκπαίδευση, τα αποτελέσματα των οποίων φαίνονται και στην έρευνα PISA. Η πτώση μας είναι συνεχής από το 2009 και μετά και η απόκλισή μας από τις χώρες του ΟΟΣΑ μεγαλώνει.
Βλέπουμε ότι η Εκπαίδευση έχει πρόβλημα από τις μικρές ηλικίες. Όταν τα μισά μας παιδιά δεν μπορούν να ανταποκριθούν στα στοιχειώδη στην Α’ Λυκείου, αυτό σημαίνει ότι δεν υπάρχει καμία ελπίδα να ανακάμψουν στο Λύκειο, διότι έχουν ήδη χάσει το τρένο της γνώσης. Όλα αυτά που λέγονται, λοιπόν, ότι οι Πανελλαδικές τσακίζουν τα παιδιά, το Λύκειο έχει χάσει τον εκπαιδευτικό του χαρακτήρα και ότι χρειάζεται επανίδρυση του Λυκείου είναι σωστά μεν, αλλά αυτή τη στιγμή αφορούν τα μισά παιδιά μόνο, αφού τα άλλα μισά έχουν ήδη χάσει το τρένο. Αν θέλουμε να βελτιώσουμε τα πράγματα στην Εκπαίδευση πρέπει να ξεκινήσουμε από το νηπιαγωγείο για να φτάσουμε μετά από 15 χρόνια να μειώσουμε τα ποσοστά των παιδιών που δεν μπορούν να περάσουν στο επίπεδο 2 του PISA στην Α Λυκείου. Αυτό απαιτεί την ύπαρξη σχεδίου και συναίνεσης. Δυστυχώς δεν διαθέτουμε κανένα από τα δύο.
Ο κ. Στρατηγάκης είναι μαθηματικός ερευνητής
Πηγή naftemporiki.gr
Κάντε το πρώτο σχόλιο