Τέτοιες μέρες το 1922 ξεκίνησε η Μικρασιατική Καταστροφή – Κοιμήθηκαν νοικοκυραίοι και ξύπνησαν φυγάδες!

Ήταν μια μέρα σαν σήμερα, 13 Σεπτεμβρίου (31 Αυγούστου σύμφωνα με το Ιουλιανό Ημερολόγιο) του 1922 όταν ξέσπασε η πυρκαγιά η οποία κατέστρεψε την ελληνική και την αρμενική συνοικία στη Σμύρνη· ήταν ο επίλογος της τραγωδίας!

Η Σμύρνη κάηκε, κάηκε και ο Ελληνικός Πολιτισμός της Μικρασίας. Η καταστροφή άφησε πίσω της χιλιάδες νεκρούς και έσυρε πάνω από ένα εκατομμύριο ανθρώπους στην προσφυγιά.

Εκείνη την ημέρα, τα τελευταία ελληνικά στρατεύματα αποχώρησαν από την Προύσα· οχυρώθηκαν στη Χερσόνησο της Ερυθραίας, με ισχυρή στρατιωτική δύναμη να φυλάει το λεπτότερο σημείο του ισθμού- μήκους 11 χιλιομέτρων. Από εκεί άρχισε η οργανωμένη αποχώρηση των ελληνικών στρατευμάτων.

Από τις 5 Σεπτεμβρίου τα τελευταία τμήματα του Γ’ Σώματος Στρατού είχαν εγκαταλείψει τη Μικρά Ασία εγκαταλείποντας τούς Μικρασιάτες στη μοίρα τους. Οι Ελληνικές Αρχές, προεξάρχοντος του Ύπατου Αρμοστή Αριστείδη Στεργιάδη, διαβεβαίωναν τους κατοίκους ότι δεν υπήρχε κανένας κίνδυνος και ουδείς λόγος ανησυχίας. Ο υπουργός Στρατιωτικών Νικόλαος Θεοτόκης υποσχόταν ότι: «η Σμύρνη δεν θα εγκαταλειφθεί»! Στις 8 Σεπτεμβρίου οι πρώτοι τούρκοι στρατιώτες μπήκαν στη Σμύρνη και τα υπόλοιπα είναι θάνατος, θρήνος, φωτιά και συμφορά! Χιλιάδες κάτοικοι της Σμύρνης κατέφυγαν πανικόβλητοι στο λιμάνι («Χιλιάδες Έλληνες συνωστίζονται στο λιμάνι [της Σμύρνης], προσπαθώντας να μπουν στα πλοία και να φύγουν για την Ελλάδα…» σύμφωνα με ελληνίδα ιστορικό που έγραψε το βιβλίο της Στ’ Δημοτικού)… αναζητώντας «σανίδα» σωτηρία, ενώ τα πληρώματα πολεμικών πλοίων ξένων δυνάμεων παρέμεναν απλοί παρατηρητές. Οι νεκροί, χιλιάδες!

Η μαρτυρία του Παναγιώτη Μαρσέλου («Η έξοδος», τομ. Α΄, εκδ. Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών) είναι συνταρακτική: «Η φωτιά προχωρούσε. Ο κόσμος, που ήταν χωμένος μέσα στα σπίτια, εξαναγκάστηκε και βγήκε στους δρόμους και τραβήξαν όλοι στην παραλία. Στο λεγόμενο Κορδόνι συγκεντρώθηκε όλος ο πληθυσμός. Και εκεί έφταξε η φωτιά. Από τη μια μεριά και την άλλη του δρόμου είχαν βάλει φωτιές. Όταν έφταξε η φωτιά κι εκεί, ο κόσμος προσπαθούσε να βγει όξω από την πόλη, πηγαίνοντας στην φρουρά κοντά. Οι φρουροί τούς σκοτώναν και δεν τους άφηναν να σπάσουν την ζώνη, να βγούνε όξω και να φύγουν από κει. Από την άλλη μεριά ήταν η φωτιά, δεν μπορούσαν να περάσουν, να φύγουν.

»Τότε όσοι ξέραν μπάνιο πέφταν στην θάλασσα. Αν τους βλέπαν οι Τούρκοι, τους σκότωναν μέσα εκεί. Εάν δεν τους βλέπαν, έφταναν στα συμμαχικά πολεμικά καράβια που ήταν αραγμένα και υποστήριζαν τους Έλληνες. Τους άφηναν και σκαρφάλωναν απάνω στα καράβια και μόλις μπαίναν μέσα, τους ξανάριχναν στη θάλασσα. Άλλοι πνιγόντουσαν κι άλλοι έβγαιναν πάλι όξω. Οι Άγγλοι, οι Γάλλοι και Ιταλοί καθόντουσαν στα καφενεία και γλεντούσαν»… Μικρασία, αιωνία η μνήμη Σου!

Μικρασιατική Καταστροφή: Κοιμήθηκαν νοικοκυραίοι και ξύπνησαν φυγάδες! Με το παλιό ημερολόγιο ήταν τέτοιες μέρες: 13 Σεπτεμβρίου του 1922, όταν άρχισε το κακό… Οι μέρες και τα ημερολόγια δεν έχουν σημασία· τα γεγονότα εξαϋλώνουν τον χρόνο…

Η Διδώ Σωτηρίου περιγράφει το μετά της Καταστροφής: «Ενάμισι εκατομμύριο άνθρωποι βρεθήκανε ξαφνικά έξω από την προγονική τους γη. Παράτησαν σκοτωμένα παιδιά και γονιούς άταφους. Παράτησαν περιουσίες, τον καρπό στα δέντρα, το φαΐ στη φουφού, τη σοδειά στην αποθήκη, το κομπόδεμα στο συρτάρι, τα πορτρέτα των προγόνων στους τοίχους. Και βάλθηκαν να τρέχουν, να φεύγουν κυνηγημένοι απ’ το τούρκικο μαχαίρι και τη φωτιά του πολέμου.

«Και λογίζονταν τυχεροί που αντάλλαξαν το έχει τους, την πατρίδα τους, το παρελθόν τους με μια στάλα σιγουριά… Άρπαξαν βάρκες, καΐκια, σχεδίες, βαπόρια και πέρασαν τη θάλασσα σ’ έναν ομαδικό, φοβερό ξενιτεμό. Κοιμήθηκαν αποβραδίς νοικοκυραίοι στον τόπο τους και ξύπνησαν φυγάδες, θαλασσοπόροι, άστεγοι, άποροι, αλήτες και ζητιάνοι στα λιμάνια του Πειραιά, της Σαλονίκης, της Καβάλας, του Βόλου, της Πάτρας. Ενάμισι εκατομμύριο αγωνίες και οικονομικά προβλήματα ξεμπάρκαραν στο φλούδι της Ελλάδας, με μια θλιβερή ταμπέλα κρεμασμένη στο στήθος: “Πρόσφυγες”!»…

«Οι κάτοικοι βρίσκονται σε κατάσταση πανικού»

Και η εφημερίδα «Guardian» μέσα από τα τηλεγραφήματα και τις ανταποκρίσεις μας περιγράφει το γεγονός:

«Ρώμη: 5 Σεπτεμβρίου 1922. Ένα τηλεγράφημα που ελήφθη το απόγευμα από τη Σμύρνη αναφέρει ότι μεγάλη πυρκαγιά έχει ξεσπάσει στην πόλη. Οι ελληνικές και αρμενικές συνοικίες έχουν καταστραφεί και η φωτιά εξαπλώνεται σε άλλες περιοχές. Οι κάτοικοι βρίσκονται σε κατάσταση πανικού…».

Με πετρέλαιο έκαιγαν τα πτώματα

Την επόμενη ημέρα: «16 Σεπτεμβρίου 1922: Ανακοινώνεται επίσημα ότι Βρετανοί και Αμερικανοί πρόσφυγες που έφυγαν από τη Σμύρνη χθες το βράδυ αναφέρουν την ολοσχερή καταστροφή των ελληνικών, αρμενικών και ξένων συνοικιών της πόλης από πυρκαγιά. Η πυρκαγιά άρχισε από τουρκικά τακτικά στρατεύματα που με πετρέλαιο προσπάθησαν να εξαφανίσουν τα σώματα όσων σφαγιάστηκαν το προηγούμενο βράδυ. Ο αριθμός των ανθρώπων που σφαγιάστηκαν είναι άγνωστος, αλλά εκτιμάται από αμερικανικές ανθρωπιστικές οργανώσεις που ερεύνησαν το θέμα σε πάνω από 1.000. […] Η τουρκική πόλη παρέμεινε ανέγγιχτη. Υπάρχουν 60.000 πρόσφυγες στις αποβάθρες που λιμοκτονούν.

»Έχουν ληφθεί φρικιαστικές αναφορές για τουρκικές θηριωδίες στη Σμύρνη. Οι Τούρκοι έβαλαν φωτιά στις αρμενικές και ελληνικές συνοικίες, και το Αμερικανικό Ινστιτούτο Θηλέων καθώς και στο Ευαγγελικό Κολλέγιο και το Γαλλικό Κολλέγιο «St Joseph». Η δεσποινίς Μίνι Μάιλς, διευθύντρια του Κολλεγίου Θηλέων, είδε τούρκο αξιωματικό να κουβαλάει ένα κάνιστρο πετρελαίου κοντά σε σπίτι, το οποίο στη συνέχεια πυρπολήθηκε. Τα κορίτσια του Κολεγίου, μαζί με 1.300 πρόσφυγες που είχαν κρυφτεί εντός του ιδρύματος, έπεσαν στα χέρια των Τούρκων. […] Όλοι οι Βρετανοί κατέφυγαν σε θωρηκτά, αλλά πολλοί δεν κατάφεραν να δραπετεύσουν και σφαγιάστηκαν. Ο πρόεδρος του Διεθνούς Κολλεγίου, Δρ. ΜακΛάχλαν, ξυλοκοπήθηκε σχεδόν μέχρι θανάτου από τους Τούρκους, οι οποίοι λήστεψαν όλα τα σπίτια ανεξαρτήτως εθνικότητας, περιφρονώντας τις συμμαχικές σημαίες.

»Οι λάμψεις από τα φλεγόμενα σπίτια φώτισαν ολόκληρη την πόλη. Στην αποβάθρα του λιμανιού, στο μισοσκόταδο, χιλιάδες πρόσφυγες ήταν στριμωγμένοι κλαίγοντας ή γονατιστοί προσευχόμενοι. Η μόνη βοήθεια των Συμμάχων που προσφέρθηκε ήταν η κατεύθυνση των προβολέων από τα συμμαχικά θωρηκτά στις μάζες των προσφύγων για να τους σώσουν από τις θηριωδίες των Τούρκων στο σκοτάδι. […] Ο Αρμένιος αρχιεπίσκοπος σκοτώθηκε και αναφέρεται ότι ο Έλληνας Μητροπολίτης Χρυσόστομος είχε το ίδιο τέλος».

Υποχωρούσαν οι Έλληνες καίγοντας και σφάζοντας

Εγκλήματα ένθεν κακείθεν. Και ο Ελληνικός Στρατός δεν έφυγε αμόλυντος και άσπιλος από τα χώματα της Μικρασίας…
25 Σεπτεμβρίου 1922: Η ακόλουθη αναφορά για την πτώση της Σμύρνης ελήφθη ταχυδρομικώς από ανταποκριτή του «Reuter’s», ο οποίος παρακολούθησε την υποχώρηση των Ελλήνων.
«Βρισκόμουν στο Ουσάκ, το οποίο κείται 50 μίλια δυτικά του Αφιόν Καραχισάρ, όταν ο Κεμάλ άρχισε την επίθεσή του και παρέμεινα εκεί μέχρι να ξεκινήσουν να περνούν τα ελληνικά μεταφορικά μέσα πρώτης γραμμής, και στη συνέχεια, βλέποντας ότι θα ήταν επικίνδυνο να περιμένω περισσότερο, κατάφερα να επιβιβαστώ σε ένα τρένο προσφύγων και έτσι έφτασα στη Σμύρνη. Είδα μπιτόνια με βενζίνη και εμπρηστικές βόμβες να διανέμονται από στρατιώτες σε πολίτες και έλληνες αξιωματικοί με προειδοποίησαν ότι η πόλη θα καεί. Καθώς έφευγα από το Ουσάκ, είδα τρία χωριά που είχαν ήδη πυρποληθεί. Δύο ώρες αφότου έφυγα, και το Ουσάκ πυρπολήθηκε, και από αυτόπτες μάρτυρες έμαθα αργότερα ότι σχεδόν ολόκληρη η πόλη είχε καεί και ότι πολλοί από τους Τούρκους κατοίκους είχαν σφαγιαστεί από τους Έλληνες και επίσης ότι οι λεηλασίες και οι σφαγές ήταν στην ημερήσια διάταξη. Αυτό συνεχίστηκε σε όλη την υποχώρηση».

Τηλεγράφημα της «Chicago Tribune» με ημερομηνία 4 Οκτωβρίου 1922: «Το μίσος ήταν πάντα απότοκο της ανθρώπινης βλακείας. Από τα ξεραμένα μουσουλμανικά χωράφια, από τα ορεινά χωριά πολύ πίσω από τις τουρκικές γραμμές όπου σχεδόν μισό εκατομμύριο Ισλαμιστές αναζητούν νέα σπίτια στη Σμύρνη, από τους καταυλισμούς προσφύγων όπου 500.000 Χριστιανοί λιμοκτονούν, ξεπηδάει το μίσος για να τυλίξει ολόκληρη τη Μέση Ανατολή. Εκείνη η γη, κάποτε όμορφη και κατοικήσιμη, τώρα έρημος. Όσοι από εμάς έχουμε παρακολουθήσει την έξοδο σχεδόν 250.000 προσφύγων από αυτή την πληγείσα πόλη ή τους έχουμε δει στριμωγμένους στους καταυλισμούς τους σε κάποιο ελληνικό νησί ή στην ηπειρωτική χώρα, βρισκόμαστε κοντά στην Κόλαση αυτές τις τελευταίες δύο εβδομάδες. Ο αριθμός των νεκρών στη Σμύρνη ήταν μικρός σε σύγκριση με αυτόν στην ενδοχώρα. Στους δρόμους και τις αποβάθρες έχω γίνει μάρτυρας απερίγραπτων σκηνών».

«Αυτό ήταν το θέλημα του Θεού»…

Και πραγματικά οι σκηνές δεν περιγράφονταν… Μια συγγραφέας ίσως να είχε την αξιοσύνη να σκιαγραφήσει το «κακό»: «Μια νέα γυναίκα πετούσε από καιρό σε καιρό ένα τραγικό νανούρισμα: «Νάνι, νάνι, το παιδάκι μου να κάνει…». Στην αγκαλιά της κρατούσε ένα μαξιλάρι που όλο το σκέπαζε και το φιλούσε και κοίταζε γύρω της πανικόβλητη. Κανένας δεν την πρόσεχε. Μόνο ο γερο-πατέρας της πάσχιζε να την ησυχάσει.
-Κορούλα μου, Ελένη μου, κάνε, παιδί μου, κουράγιο. Αυτό ήταν το θέλημα του Θεού»…

Κι’ όταν οι άνθρωποι επικαλούνται τον Θεό για να δικαιολογήσουν μια μεγάλη συμφορά, κάπου οι ίδιοι έχουν σφάλλει…
«Η Σμύρνη είχε παραδοθεί στις φλόγες και στο αίμα. Ο κόσμος στριμωχνόταν στην παραλία ζητώντας προστασία απ’ τον αγγλογαλλικό και τον αμερικάνικο στόλο· και παρακαλούσε τους συμμάχους να τον σώσουν απ’ το λεπίδι. Μα οι ξένοι είχαν, λέει, διαταγές να μην επεμβαίνουν! Και κάθονταν πάνω στα καράβια τους με σταυρωμένα χέρια και κάπνιζαν τα τσιμπούκια τους! Και κοίταζαν, σαν θεατές, το φοβερό μαρτύριο ενός ολόκληρου πληθυσμού»…

Καταστροφή της Σμύρνης 104 χρόνια μετά. Όσοι έζησαν τον ξεριζωμό έχουν πεθάνει κι’ αυτοί που μελετούν «συνωστισμένοι» την Ιστορία ακόμα δεν έχουν καλοκαταλάβει… Ποιοι οι φταίχτες. Αθώοι; Σίγουρα οι κατατρεγμένοι!

Τα αποσπάσματα από το βιβλίο της Διδώς Σωτηρίου «Μέσα στις φλόγες» εκδόσεις Κέδρος.

Έλληνας ήταν εκείνος που εγκατέλειψε πρώτος τη Σμύρνη στο έλεος των Τούρκων – Οι Μικρασιάτες δεν του το συγχώρησαν ποτέ!

Κάθε που ψυχομαχούσε ο Αύγουστος, οι παππούδες μου- ελαφρύ το χώμα που τους σκέπασε- γύριζαν τα μάτια τους κατά την ανατολή, έκαναν τον σταυρό τους και έσφιγγαν τα χείλη… Εκεί, στα μικρασιατικά παράλια, είχε πνιγεί η νιότη τους και ένα κομμάτι της ψυχής τους παραδερνόταν με τα κύματα σαν απομεινάρι από σκαρί ρημαγμένο. Σμύρνη, τέτοιες μέρες του 1922, και φταίχτες κι αθώοι έχουν πια χαθεί στην αχλή της Ιστορίας και των καιρών· κάποιοι παραμένουν, όμως, ακόμα ευδιάκριτοι για ό,τι έπραξαν ή δεν έπραξαν εκείνες της μέρες της φωτιάς.

Αντιγράφουμε από το βιβλίο της Marjorie Housepian Dobkin «Σμύρνη 1922» εκδόσεις Δήλος 1998:

«Σάββατο… Κυριακή… Δευτέρα…

Η μυρωδιά της καμένης σάρκας πλανιόταν πάνω από τα ερείπια της Σμύρνης. Τηρώντας αυστηρή ουδετερότητα, τα πλοία εξακολουθούσαν να παραμένουν αγκυροβολημένα, άπρακτα, περιμένοντας εντολές από την Κωνσταντινούπολη. Κάθε βράδυ, στο σούρουπο, ένας βασανιστικός ήχος άρχιζε να σηκώνεται και να πέφτει κατά μήκος της παραλίας, “σαν τον ήχο του ανέμου που θρηνεί μέσα στα κλαδιά”, σε τόνο ελάσσονα και πένθιμα μελωδικό. Ήταν οι πρόσφυγες, οι οποίοι παρακαλούσαν τα πλοία. Και όταν έπεφτε η μαύρη νύχτα και οι Τούρκοι άρχιζαν τα νυχτερινά τους όργια, τα αντιτορπιλικά έριχναν τους προβολείς τους στην προκυμαία σε μία προσπάθεια να εμποδίσουν τους βιασμούς και τις σφαγές, και άνοιγαν τους φωνογράφους πάνω στο κατάστρωμα.

»Να πνίξουν τις κραυγές με τους σκοπούς από την «Humoresque» ή με τους πομπώδεις τόνους του Καρούσο να τραγουδά κάτι από τους Παλιάτσους. Πάνω στα θωρηκτά οι μπάντες του Ναυτικού υποχρεώνονταν σε νυχτερινά κονσέρτα, τα οποία κρατούσαν έως το πρωί, με λίγα διαλείμματα. […] Ένας ναύαρχος, που ήταν προσκεκλημένος σε δείπνο από συνάδελφό του, χρειάστηκε να ζητήσει συγνώμη για την καθυστερημένη άφιξή του: το κορμί μιας γυναίκας είχε μπλε στην προπέλα της ακάτου του!
[…] Οι παρατηρητές συμφωνούσαν ότι η άδεια να ληστέψουν και να βιάσουν, να λεηλατήσουν και βασανίσουν, οι Τούρκοι, αποτελούσε μέρος του σχεδίου ανταμοιβής των νικηφόρων τουρκικών στρατευμάτων.

Με πέντε φέρετρα στην πλάτη!

Στη μεγάλη λεωφόρο, στο Πέρα, εμφανίζονταν ασυνήθιστες εικόνες: ένας άνδρας που έτρεχε με πέντε φέρετρα δεμένα στην πλάτη του προσπαθούσε να εξηγήσει σε έναν έκπληκτο δημοσιογράφο ότι αναζητούσε για το πιθανό σημείο κάποιας σφαγής. Ένας άλλος προχωρούσε τρικλίζοντας προς τις αποβάθρες μεταφέροντας μία κουζίνα που ακόμα ο καπνός στριφογύριζε πάνω από την καμινάδα.

»Αμερικανοί αξιωματικοί που υπήρξαν αυτόπτες μάρτυρες των γεγονότων, τα οποία έλαβαν χώρα στη Σμύρνη, από την εποχή της κατοχής της πόλης από τους εθνικιστές μέχρι τις τελευταίες μέρες, ανέφεραν ότι η δολοφονίες που συνέβησαν στην πόλη ήταν από μεμονωμένα άτομα ή συμμορίες από κακοποιούς ή στρατιώτες και δεν έγινε τίποτα το οποίο να έχει τη μορφή σφαγής. Στη διάρκεια της πυρκαγιάς πολλοί πνίγηκαν προσπαθώντας να κολυμπήσουν μέχρι τα πλοία στο λιμάνι ή πέφτοντας από την προκυμαία αλλά ο αριθμός τους ήταν μικρός. Είναι αδύνατο να υπολογιστεί ο αριθμός των θανάτων που οφείλονταν σε δολοφονίες, στη φωτιά και σε εκτελέσεις· πιθανώς το σύνολο δεν ξεπερνούσε τους 2000· αυτός ο αριθμός είναι χαμηλός σύμφωνα με την ιστορική ετυμηγορία των επόμενων χρόνων. Υπολογίζεται ότι χάθηκαν περισσότεροι από 100.000 στη Σμύρνη: από τους περίπου 400.000 Χριστιανούς Σμυρνιούς κατά τις ημέρες οι οποίες προηγήθηκαν της πυρκαγιάς, καταγράφηκαν τουλάχιστον 190.000 αγνοούμενοι μετά».

Πρώτος και τελευταίος και μοιραίος! Λιθογραφία της εποχής με τον Στεργιάδη.

Ο απεχθής ρόλος του Ύπατου Αρμοστή

Οι Τούρκοι στη Σμύρνη κατέσφαξαν και κατέκαψαν, όμως ένας Έλληνας ήταν εκείνος που πόνεσε περισσότερο τους Έλληνες της Μικράς Ασίας: ο ανώτατος διοικητής- Ύπατος Αρμοστής ο τίτλος του- που εγκατέλειψε (όπως έχει καταγραφεί ιστορικά) πρώτος τη μαρτυρική πόλη αφήνοντάς την στην οργή των μακελάρηδων. Το όνομά του; Αριστείδης Στεργιάδης. Κι ας αφεθούμε στα κείμενα του Μικρασιάτη – Αϊβαλιώτη συγγραφέα Ηλία Βενέζη για να καταλάβουμε τον ρόλο, την προσωπικότητα και το ποιόν του ανδρός.

«Η Ελλάδα είχε στείλει στη Σμύρνη ως Αρμοστή των Αριστείδη Στεργιάδη, πρόσωπο αντιφατικό, νευρωτικό, με πολλές ικανότητες, με πολλές αδυναμίες, με παρορμήσεις του ενστίκτου – πρόσωπο ανεξιχνίαστο ακόμα από την ιστορία και, τελικά, καταραμένο από το Γένος. Με αυτό το πρόσωπο έπρεπε να συμπορευτεί στα τρία μεγάλα και δύσκολα χρόνια, τα τελευταία του, ο μητροπολίτης Σμύρνης. Η δοκιμασία ήταν πικρή ακόμα και για αυτόν και για τους άλλους ιεράρχες της Μικρασίας, που ο Στεργιάδης πολλές φορές τους ταπείνωνε και τους φέρθηκε σκληρά, θέλοντας ίσως να δείξει στους Τούρκους ότι είναι αμερόληπτος». Μ’ αυτές τις λέξεις αρχίζει την αναφορά του στον Αριστείδη Στεργιάδη ο Ηλίας Βενέζης στο βιβλίο του «Μικρασία Χαίρε».

Και ο Βενέζης στέκεται σε ένα σοβαρό γεγονός που έχει να κάνει με τον Αρμοστή: «…στις 19 Αυγούστου του 1922 ο Στεργιάδης έστελνε την εμπιστευτική – επαίσχυντη διαταγή του προς τις δημόσιες υπηρεσίες της Αρμοστείας να φύγουν κρυφά από τη Μικρά Ασία, εγκαταλείποντας τον ελληνικό πληθυσμό στη διάθεση των Tούρκων».

Εκείνη η διαταγή έγραφε ανάμεσα σε πολλά: «… Πάντες δημόσιοι υπάλληλοι περιφερείας σας, οφείλουν συγκεντρωθώσιν έδραν σας και ώσιν έτοιμοι προς αναχώρησιν εις πρώτην διαταγήν. Περί χρόνου αναχωρήσεως και τόπου κατευθύνσεως σας θέλομεν δώσει ειδικάς διαταγάς. Παρούσαν τηρήσατε απολύτως μυστική από πληθυσμόν»!

Τι άλλο περισσότερο; Έπειτα από εκείνη τη διαταγή οι δημόσιες υπηρεσίες και οι άνδρες της Χωροφυλακής παραλάβανε τα αρχεία τους και διέφυγαν προς τη Μυτιλήνη. Έμεινε μόνος ο Δεσπότης Χρυσόστομος με 25.000 ψυχές, τους Χριστιανούς του ποιμνίου του και ακολούθησε φωτιά και σφαγή.

«Δεν τόλμησε να αποχωρήσει με ελληνικό πλοίο»…

Ο Μιχαήλ Ι. Νοταράς, το 1972, στο βιβλίο του «Εις την Ιωνίαν, Αιολίαν και Λυδίαν» περιγράφει τη σκηνή του απογεύματος της Παρασκευής 26 Αυγούστου του 1922, παραμονές της εισόδου των τουρκικών στρατευμάτων στη Σμύρνη: «Αποχωρούσε ο πρώτος και τελευταίος Ύπατος Αρμοστής της Ελλάδος στη μικρά Ασία Αριστείδης Στεργιάδης. Κατέβηκε από το σπίτι του της προκυμαίας, όπου ως τη στιγμή εκείνη έμεναν μαζί του ο γενικός γραμματέας της Αρμοστείας Πέτρος Γουναράκης, ο αντισυνταγματάρχης Νικηφοράκης και ο λιμενάρχης Μπαχάς. Λίγοι άνθρωποι βρίσκονταν εκείνη την ώρα στην προκυμαία. Ένας ξεστόμισε μια βρισιά. Ένας άγγλος αξιωματικός περίμενε με μια ατμάκατο. Ο Στεργιάδης μπήκε στην ατμάκατο και επιβιβάστηκε· ο μόνος Έλλην στο αγγλικό θωρηκτό «Σιδηρούς Δουξ». Ο Ύπατος Αρμοστής της Ελλάδας στη Μικρά Ασία δεν τόλμησε να αποχωρήσει με ελληνικό πλοίο στην πατρίδα του. Όπως όλοι οι τύραννοι την κρίσιμη στιγμή έδειξε τι ήταν: δειλός»!

Το αγγλικό θωρηκτό αποβίβασε τον Στεργιάδη σε ένα λιμάνι της μαύρης θάλασσας. Από εκεί κατέφυγε στη Νίκαια της Γαλλίας όπου και πέθανε στα 1949· δεν γύρισε ποτέ στην Ελλάδα. Τον Απρίλιο του 1927 τον συνάντησε ο ποιητής Κώστας Ουράνης και του είπε πόσο τον μισούν οι πρόσφυγες διότι τον θεωρούν υπαίτιο της καταστροφής τους.

«Το γνωρίζω, είπε ο Στεργιάδης, γνωρίζω ότι αν πέσω στα χέρια τους θα με σπαράξουν»!

Ως την 25η Αυγούστου του 1922 – γράφει ο Βενέζης – δυο μέρες πριν μπουν οι Τούρκοι στη Σμύρνη, βρίσκονταν στο λιμάνι της επίτακτα ελληνικά πλοία. Χιλιάδες λαού χριστιανών είχαν κατέβει στην προκυμαία γυρεύοντας να μπαρκάρουν και να σωθούν. Ο Στεργιάδης απαγόρευσε να τους παραλάβουν τα πλοία, που προορίζονταν για την αποχώρηση του ελληνικού στρατού. Καμιά παρέκκλιση, από ένα ξέσπασμα καρδιάς, προς την εντολή των Αθηνών, και προς τη δική του απόφαση. Και ένα πλήθος από αυτόν τον κόσμο χάθηκε από το μαχαίρι του Τούρκου.

«Ενεργούσε ο Στεργιάδης αυτοβούλως;»

Νηφάλιο και αντικειμενικό ήταν ένα γράμμα που έστειλε στον Ηλία Βενέζη ο Κωνσταντίνος Δεσποτόπουλος (Μικρασιάτης φιλόσοφος και πολιτικός στοχαστής, αντιστασιακός, πανεπιστημιακός δάσκαλος, μέλος της Ακαδημίας Αθηνών και πρώην υπουργός Παιδείας) που υπηρέτησε στο δικαστικό τμήμα της στρατιωτικής διοικήσεως Σμύρνης και γνώριζε όπως φαίνεται την υπόθεση από μέσα. Έγραφε: «Το ότι ο Στεργιάδης παρεμπόδισε με κάθε τρόπο ως την τελευταία στιγμή τη μαζική αναχώρηση Ελλήνων Μικρασιατών, που καταλάβαιναν τι επέκειτο και ήθελαν, πριν επέλθει τελική στρατιωτική κατάρρευση, να απομακρυνθούν από τους τόπους των – προπάντων όσοι είχαν τα μέσα – είναι έξω από κάθε αμφιβολία. Ερωτάται: ενεργούσε ο Στεργιάδης αυτοβούλως ή εκτελούσε οδηγίες που του έρχονταν από ψηλότερα;»…

*** Ο Στεργιάδης είχε μακεδονική καταγωγή, αλλά γεννήθηκε το 1861 στο Ηράκλειο της Κρήτης. Σπούδασε νομικά στην Αθήνα και στο Παρίσι και στη συνέχεια άσκησε τη δικηγορία στην Κρήτη. Τον Αύγουστο του 1898, δύο από τους αδελφούς του δολοφονήθηκαν από τους Τούρκους, ενώ ο ίδιος μόλις γλίτωσε. Μετά τη συμμετοχή του στο κίνημα του Θερίσου, το 1905, φυλακίστηκε από τους Βρετανούς επί σχεδόν ένα χρόνο. Σε εκείνη τη φάση χρονολογείται η απαρχή της φιλίας του με τον Βενιζέλο και η εμπλοκή του με τα δημόσια.

«Το μυστήριο της ψυχής εκείνου του ανθρώπου έμεινε άλυτο» έγραφε ο Βενέζης για τον Στεργιάδη (με το σκούρο κοστούμι αριστερά).

«Ούτε ένα ίχνος εξιλασμού»…

ο Ηλίας Βενέζης, ο χαρισματικός συγγραφέας του θρυλικού μυθιστορήματος «Το νούμερο 31328», όταν γράφει: «Ο Στεργιάδης ουδέποτε μίλησε για όλα αυτά. Το μυστήριο της ψυχής εκείνου του ανθρώπου έμεινε άλυτο. Δεν άφησε ούτε ένα χαρτί, μια εξομολόγηση, ένα ίχνος εξιλασμού. Πέθανε χωρίς ποτέ να ζητήσει συγγνώμη δημόσια. Ακόμα και ο τελευταίος κακούργος αισθάνεται κάποτε την ανάγκη να εξιλεωθεί, να βρει μια δικαιολογία για τις πράξεις του, να πείσει κάποιον πως δεν γινόταν διαφορετικά. Αυτή την ανάγκη της εξομολόγησης δεν την αισθάνθηκε ποτέ ο Στεργιάδης».

Ο Στεργιάδης, όμως, είχε μιλήσει όχι μία, αλλά δύο φορές· τρία χρόνια μετά τη συνάντησή του με τον Κώστα Ουράνη και τη συνομιλία τους, μίλησε στον δημοσιογράφο Ανδρέα Αποστολόπουλο που εργαζόταν στην εφημερίδα «ΠΑΤΡΙΣ» τον Ιανουάριο του 1930. Ανάμεσα στα άλλα είχε δηλώσει με νόημα: «Είναι πολλοί ακόμη στην Ελλάδα, που γνωρίζουν με ακρίβειαν πως εχρησιμοποιήθην από τον κ. Βενιζέλον και τι έπραξα. Όπως γνωρίζουν την πλαστογράφησιν των πράξεων μου. Αλλά είναι εξίσου βέβαιον – τίποτε άλλο, το βέβαιον μου αρκεί – ότι και εκείνοι, που γνωρίζουν φέρονται απαράλλακτα όπως εκείνοι, που δεν γνωρίζουν. Και ούτε ποτέ ωμίλησαν, για να πουν τι γνωρίζουν. Ούτε ομιλούν. Τούτο διότι δεν είμεθα του αυτού υλικού. Θα έλεγε κανείς πως είτε περιμένουν να ομιλήσω εγώ, είτε ακόμη απορούν γιατί έως σήμερα δεν ωμίλησα»…

Εκείνοι που σίγουρα δεν «ωμίλησαν» ούτε ποτέ θα «ωμιλήσουν» είναι οι χιλιάδες νεκροί που στοι΄χειωσαν το υπόλοιπο του βίου του Στεργιάδη. Επίσης, ο θρήνος των εξανδραποδισμένων και των προσφύγων ήταν- το δίχως άλλο- η φωνή των Ερινύων που άκουγε μέχρι να πάψουν να λειτουργούν οι αισθήσεις του Ύπατου Αρμοστή. Ή όχι; Εκείνος ξέρει…

Αν και διέσωσε 300.000 πρόσφυγες από τη θηριωδία των Τούρκων στη Μικρά Ασία, ουδείς στην Ελλάδα θυμάται το όνομά του!

Τέτοιες μέρες ήταν· στου φθινοπώρου το έμπα. Πριν από 103 χρόνια ξεριζώθηκε με τρόπο απεχθή η καρδιά του Ελληνισμού που χτυπούσε στα μικρασιατικά παράλια. Μικρασιατική Καταστροφή και πάνω από ένα εκατομμύριο κυνηγημένοι πρόσφυγες ξεβράστηκαν από την Ιστορία στις ελλαδικές ακτές… Τα περισσότερα είναι γνωστά: σφαγή, φωτιά, εξανδραποδισμοί, οιμωγές και πόνος άφατος. Πόλεμος, με μια λέξη πολύ ουσιαστική!

Κάποιες «λεπτομέρειες» παραμένουν ακόμα- 100 χρόνια μετά- ανεξιχνίαστες: ο ρόλος επιφανών πολιτικών της εποχής (του Βενιζέλου για παράδειγμα), το πώς κατέρρευσε το μέτωπο κατά τη Μικρασιατική Εκστρατεία, που είχε αρχίσει με επιτυχίες· οι διπλωμάτες έχασαν τον πόλεμο ή οι στρατιωτικοί; Κι αν όλα τούτα τα γεγονότα παραμένουν μαραμένα σε ομιχλώδες έδαφος, υπάρχουν κάποια πρόσωπα που άνθισαν τότε, όμως κι αυτά ξεράθηκαν απ’ την αναβροχιά του χρόνου…

Έχετε διαβάσει για κάποιον Έιζα Τζένινγκς;

Συνωστισμός λησμονιάς…

Σε σχολικά εγχειρίδια δεν θα τον βρείτε πουθενά· αντίθετα θα διαβάσετε περί «συνωστισμού» στο λιμάνι της Σμύρνης… Αυτοί είμαστε: επιλήσμονες και υψηλής μεταδοτικότητας αδιάφοροι! Έιζα Τζένινγκς, λοιπόν και θα ψάξετε πολύ για να μάθετε πως ήταν αμερικανός μεθοδιστής πάστορας (αποτυχημένος κατά τους ομοεθνείς του) και μέλος της Χριστιανικής Αδελφότητας Νέων (Y.M.C.A. – Young Men’s Christian Association), που με ενέργειές του διασώθηκαν περίπου ένα τέταρτο του εκατομμυρίου πρόσφυγες από τη Σμύρνη!

Ως υπεύθυνος της YMCA στη Σμύρνη. Ο Τζένινγκς, παρείχε καταφύγιο σε Χριστιανούς που πάσχιζαν να γλυτώσουν από τους Τούρκους και τον Σεπτέμβριο προσπάθησε να βρει πλοία για να εκκενώσει ασφαλώς τους πρόσφυγες. Ο αμερικανός πάστορας πλησίασε στο γαλλικό ατμόπλοιο «Pierre Lotti» και ζήτησε βοήθεια, όμως του την αρνήθηκαν. Στη συνέχεια επισκέφθηκε ένα μεγάλο ιταλικό φορτηγό πλοίο, το «Constantinapoli», και ρώτησε τον καπετάνιο του αν θα μπορούσε να δεχτεί πρόσφυγες στο καράβι του· αρχικά του αρνήθηκαν, αλλά τελικά διαπραγματεύτηκε να πληρώσει εκείνος για τη μετάβαση 2.000 προσφύγων στη Μυτιλήνη 5.000 λίρες και έταξε και ακόμα 1.000 λίρες στον πλοίαρχο· οι Ιταλοί δέχτηκαν

Ο Τζένινγκς έλαβε άδεια από τις τουρκικές αρχές και τον ιταλό πρόξενο, αλλά όταν ήρθε η ώρα να μετακινήσει τους Έλληνες, βρήκε απέναντί του παρατεταγμένους τούρκους στρατιώτες για να εμποδίσουν κάθε άνδρα που μπορούσε να πολεμήσει, να φύγει· μόνο γυναίκες, παιδιά και ηλικιωμένοι επιτράπηκε να αποπλεύσουν.

Ο στόλος ο ελληνικός στη Μυτιλήνη

Λίγο πριν φύγει από το λιμάνι της Σμύρνης, ο Τζένινγκς ενημερώθηκε από τον κυβερνήτη του αμερικανικού πολεμικού πλοίου USS Edsall, Χάλσι Πάουελ, ότι είχε δοθεί άδεια από τον Κεμάλ για την είσοδο ελληνικών πλοίων στο λιμάνι της Σμύρνης. Ο Πάουελ εξουσιοδοτούσε, επίσης, τον Τζένιγκς, να συνοδεύσει τους πρόσφυγες στο λιμάνι της Μυτιλήνης, να τους αποβιβάσει με ασφάλεια και να τους παραδώσει στον Ερυθρό Σταυρό. Φτάνοντας στη Μυτιλήνη, ο Τζένινγκς είδε ότι το μεγαλύτερο μέρος του στόλου που είχε εκκενώσει τον ελληνικό στρατό από τη Σμύρνη ελλιμενιζόταν εκεί· πλησίασε τον Έλληνα γενικό διοικητή, στρατηγό Αθανάσιο Φράγκου, και ρώτησε αν τα πλοία του θα μπορούσαν να πλεύσουν προς τη Σμύρνη. Ο Στρατηγός ήταν πρόθυμος να δανείσει έξι πλοία, υπό την προϋπόθεση ότι θα είχε γραπτή εγγύηση ότι θα προστατεύονταν και θα τους επιτρεπόταν να επιστρέψουν.

Ο Έιζα Τζένινγκς παρέδωσε τους 2000 πρόσφυγές του στους έλληνες αξιωματούχους και επέστρεψε ταχύτατα στη Σμύρνη, κάνοντας το ταξίδι σε λιγότερο από τρεις ώρες. Ζήτησε και έλαβε γραπτή δήλωση από τον πλοίαρχο Χάλσι Πάουελ και επέστρεψε στη Λέσβο και στον στρατηγό Φράγκου.

«Ποιος είναι αυτός ο Τζένιγκς;»

Το πρωί, περπατώντας νευρικά, στην προκυμαία της Μυτιλήνης, ο Τζένινγκς είδε ένα οικείο σουλούπι καραβιού, κάτι που έμοιαζε με αμερικανικό θωρηκτό· ήταν το «ΚΙΛΚΙΣ», αρχικά «USS Mississippi», που είχε πουληθεί στην Ελλάδα και χρησιμοποιήθηκε κατά την εκκένωση του ελληνικού στρατού από τη Μικρά Ασία. Ο κυβερνήτης του «ΚΙΛΚΙΣ», πλοίαρχος Ιωάννης Θεοφανίδης, ήταν πρόθυμος να συνεργαστεί: συνέταξε τηλεγράφημα προς τις Αρχές των Αθηνών, στο οποίο έγραφε: «Στο όνομα της ανθρωπότητας, στείλτε είκοσι πλοία που βρίσκονται τώρα σε ακινησία εδώ για να εκκενώσουν τους λιμοκτονούντες έλληνες πρόσφυγες από τη Σμύρνη χωρίς καθυστέρηση». Υπογραφή: «Έισα Τζένινγκς, αμερικανός πολίτης»!
Η απάντηση έφθασε σχεδόν αμέσως: «Ποιος είναι αυτός ο Τζένιγκς;»… Όταν διευκρινίστηκαν οι λεπτομέρειες, το επόμενο μήνυμα ανέφερε ότι ο Έλληνας Πρωθυπουργός είχε συγκαλέσει συνεδρίαση του Υπουργικού Συμβουλίου και ζητούσε να πληροφορηθεί ποια προστασία μπορούσε να προσφέρει ο κ. Τζένινγκς στα ελληνικά πλοία. Ο Τζένινγκς απάντησε ότι αμερικανικά αντιτορπιλικά θα τα συνόδευαν μέσα και έξω από το λιμάνι της Σμύρνης.

Στη συνέχεια, ο Τζένινγκς ρωτήθηκε: «Θα προστατεύσουν τα αμερικανικά αντιτορπιλικά τα ελληνικά πλοία εάν οι Τούρκοι επιχειρήσουν να τα καταλάβουν;».
Ο Τζένινγκς δεν μπορούσε να προσφέρει καμία τέτοια εγγύηση, αλλά απάντησε: «Δεν υπάρχει χρόνος για να συζητήσουμε τέτοιες λεπτομέρειες. Η δεδηλωμένη εγγύηση θα πρέπει να είναι ικανοποιητική».

Η απειλή έπιασε τόπο…

Η Ελληνική Κυβέρνση- θα ανατρεπόταν τέσσερις ημέρες αργότερα- έκρινε τις εγγυήσεις του Τζένινγκς ανεπαρκείς.
Στις τέσσερις το απόγευμα του Σαββάτου 23 Σεπτεμβρίου, με τις διαπραγματεύσεις σε αδιέξοδο, ο Τζένινγκς τηλεγράφησε στο Υπουργικό Συμβούλιο ότι εάν δεν λάμβανε ευνοϊκή απάντηση μέχρι τις έξι το απόγευμα, θα τηλεφωνούσε με ανοιχτή γραμμή, χωρίς κωδικό, ώστε το μήνυμα να μπορεί να ληφθεί από οποιονδήποτε στην περιοχή, για να γίνει σαφές ότι οι τουρκικές αρχές είχαν δώσει την άδειά τους, ότι το αμερικανικό ναυτικό είχε εγγυηθεί προστασία και ότι η Ελληνική Κυβέρνηση δεν επέτρεπε στα ελληνικά πλοία να διασώσουν Έλληνες και Αρμένιους πρόσφυγες που τους περίμενε βέβαιος θάνατο.
Λίγο πριν τις 18:00 ήρθε η απάντηση: «Όλα τα πλοία στο Αιγαίο τέθηκαν υπό τις εντολές σας για την απομάκρυνση προσφύγων από τη Σμύρνη». Ο Τζένινγκς είχε διοριστεί… Ναύαρχος ολόκληρου του ελληνικού στόλου!

Ο Πλοίαρχος του «ΚΙΛΚΙΣ» ζήτησε διαταγές από τον νέο του διοικητή, αλλά ο Τζένινγκς δεν γνώριζε τίποτα από πολεμικά καράβια· συγκάλεσε συνάντηση των πλοιάρχων των μεταγωγικών στο «ΚΙΛΚΙΣ» και διέκρινε ότι 12 πλοία μπορούσαν να είναι έτοιμα μέχρι τα μεσάνυχτα. Στη συνέχεια, ο Τζένινγκς συνειδητοποίησε ότι ένας Ναύαρχος έπρεπε να έχει και ναυαρχίδα · επέλεξε το πλοίο «Προποντίς», κυρίως επειδή ο κυβερνήτης του μιλούσε λίγα αγγλικά.

Με σημαία των ΗΠΑ

Μέχρι τα μεσάνυχτα όλα ήταν έτοιμα. Ο Τζένινγκς διέταξε να υποσταλεί η ελληνική σημαία, να υψωθεί στη θέση της αμερικανική και να υψωθεί σημαία σήματος που σήμαινε «ακολουθήστε με»· ανέβηκε στη γέφυρα και διέταξε: «πρόσω ολοταχώς»!
Στις 24 Σεπτεμβρίου διασώθηκαν οι πρώτοι πρόσφυγες: ηλικιωμένοι άνδρες, γυναίκες και παιδιά. Στις 26 Σεπτεμβρίου, ο Τζένινγκς επέστρεψε με 17 πλοία. Μέχρι την 1η Οκτωβρίου, 180.000 πρόσφυγες είχαν διακινηθεί από τη Σμύρνη στη Μυτιλήνη, με το τελευταίο πλοίο να αναχωρεί έξι ώρες πριν από την προθεσμία που είχαν θέσει οι Τούρκοι.
Οι Αμερικανοί και οι Συμμαχικοί διοικητές κατάφεραν να πείσουν τους Τούρκους να παρατείνουν την προθεσμία κατά οκτώ ακόμη ημέρες, ώστε τα βρετανικά και ελληνικά πλοία να μπορέσουν να εκκενώσουν και τα κοντινά λιμάνια. Οι περισσότεροι πρόσφυγες παραλήφθηκαν από τις ακτές των Βουρλών, του Τσεσμέ και του Αϊβαλί, όπου περίμεναν επί δύο εβδομάδες. Ο συνολικός αριθμός των διασωθέντων του Τζενινγκς έφθασε πάνω από 250.000 άνθρωποι! Σήμερα αν ρωτήσεις κάποιον στην Ελλάδα: ποιος ήταν ο Έιζα Τζένινγκς, θα εισπράξεις σιωπή…

Ποιος ήταν ο Τζένινγκς

Ο Έισα Κεντ Τζένινγκς ήταν το δεύτερο από τα έξι παιδιά του Χάιραμ Τζένινγκς και την Έμμα Κάρβι που γεννήθηκε στις 20 Σεπτεμβρίου του 1877 στο Γουέμπστερ, στην κομητεία Μονρόε της Νέας Υόρκης. Το 1904, ο Έισα διαγνώστηκε με τη νόσο Pott (φυματιώδης σπονδυλίτις)· οι δικοί του πίστευαν ότι δεν θα επιβίωνε. Κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και με την είσοδο των Ηνωμένων Πολιτειών στα ευρωπαϊκά πεδία των μαχών, ο Έισα κατατάχθηκε στον Ερυθρό Σταυρό και υπηρέτησε στη Γαλλία μέχρι το τέλος του Μεγάλου Πολέμου. Οι εμπειρίες του στον Ερυθρό Σταυρό του άνοιξαν την πόρτα για μια θέση στην YMCA. Και κάποτε φθάνει στη Σμύρνη, η οποία εκείνη την εποχή ήταν, βασικά, χριστιανική. Μετά 14 ημέρες αφότου ο Έισα και η οικογένειά του έφτασαν στη Σμύρνη, ο τουρκικός στρατός εισέβαλε στην πόλη. Ο ελληνικός στρατός υποχώρησε γρήγορα, αφήνοντας 350.000 Έλληνες, Αρμένιους και Εβραίους πρόσφυγες εγκλωβισμένους.

Ο Έισα έστειλε την οικογένειά του στις ΗΠΑ και παρέμεινε στη μικρασιατική πολιτεία για να δει πώς θα μπορούσε να βοηθήσει. Και βοήθησε με κίνδυνο της ζωής του! Εκατοντάδες χιλιάδες τρομαγμένοι-κυνηγημένοι άνθρωποι αφέθηκαν να πεθάνουν στην προκυμαία της Σμύρνης. Πείνα, δίψα και ασθένειες βοηθούσαν ανελέητα το έργο των Οθωμανών.
Δεν υπήρχαν διαθέσιμα πλοία ή πρόθυμοι κυβερνήτες να αγνοήσουν την ουδετερότητα και να μεταφέρουν ανθρώπους από τη Σμύρνη. Τότε, ο Τζένινγκς, ο οποίος είχε στήσει έναν πρόχειρο σταθμό πρώτων βοηθειών για τις εγκύους σε ένα σπίτι στην προκυμαία, ανέλαβε δράση. Αργότερα θα πει: «ένοιωσα το χέρι του Θεού στον ώμο μου».
Τιμήθηκε από τους Έλληνες, αλλά…

Το 1922, ο Έισα Κεντ Τζένινγκς τιμήθηκε από την Ελληνική Κυβέρνηση για το έργο του στην παροχή βοήθειας στους Έλληνες πρόσφυγες της Μικράς Ασία. Ο καθηγητής δημοσιογραφίας στο College of Communication, Lou Ureneck, αφιέρωσε τέσσερα χρόνια ερευνώντας την ιστορία του Έισα Τζένινγκς· γράφει στο βιβλίο του «The Great Fire: One American’s Mission to Rescue Victims of the 20th Century’s First Genocide»: «Αναρωτιόμουν, ποιος ήταν αυτός ο άνθρωπος. Έσωσε πολλές ζωές και μου φάνηκε ως μια από τις σπουδαίες άγνωστες πτυχές της αμερικανικής ιστορίας». Οι Αμερικανοί τον θεωρούν «ιστορία» τους, εμείς;

Στις 27 Ιανουαρίου του 1933, ο Έισα βρισκόταν στην Ουάσιγκτον για να συσκεφθεί με Τούρκους αντιπροσώπους, αλλά κατέρρευσε ενώ περπατούσε σε δρόμο κοντά στον Λευκό Οίκο· πέθανε καθ’ οδόν προς το νοσοκομείο. Ο Έισα Τζένινγκς και η σύζυγός του Άμου είναι θαμμένοι στο Κοιμητήριο του Κλίβελαντ Βίλατζ στο Κλίβελαντ, στην κομητεία Όσβεγκο της Νέας Υόρκης.

Στην Ελλάδα, ο άνθρωπος που διέσωσε κάπου 300.000 ανθρώπους από βέβαιη σφαγή, είναι θαμμένος στον δυσθεώρητο σωρό της λήθης και της αμεριμνησίας… Και για να μην λαϊκίζουμε: στον Βόλο, στην πλατεία Ρήγα Φεραίου, στον προαύλιο χώρο του Δημαρχείου υπάρχει (οιονεί ταφικό) μνημέιο για τον Έιζα Τζένινγκς με τη φωτογραφία του σε φόντο από την καιομένη Σμύρνη και τη φράση: «Ο σωτήρας 300.000 Ελλήνων στη Σμύρνη το 1922. “… μέσα στην καρδιά κάθε ανθρώπου κοιμάται ένα λιοντάρι…” Κάτι είναι κι αυτό!

Πηγή ethnos.gr

Κάντε το πρώτο σχόλιο

Υποβολή απάντησης

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται.


*