Θλίψη στον καλλιτεχνικό κόσμο σκόρπισε η είδηση του θανάτου του σπουδαίου ηθοποιού Νίκου Καλογερόπουλου, σε ηλικία 74 ετών. Πρόκειται για μία από τις πιο ξεχωριστές φυσιογνωμίες του ελληνικού κινηματογράφου, με καταγωγή από το Χαλαζόνι Τριφυλίας. Ο ηθοποιός τα τελευταία χρόνια αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας, ενώ τις τελευταίες ημέρες νοσηλευόταν στο Νοσοκομείο Κυπαρισσίας, όπου και άφησε την τελευταία του πνοή.
Ο Νίκος Καλογερόπουλος γεννήθηκε την 1η Αυγούστου 1952 στα Φιλιατρά Μεσσηνίας. Ήταν ένας από τους χαρακτηριστικούς εκπροσώπους του ελληνικού κινηματογράφου και θεάτρου.Αφήνει πίσω του μια πολυσχιδή καλλιτεχνική διαδρομή, έχοντας υπηρετήσει το θέατρο, τον κινηματογράφο, την τηλεόραση, την ποίηση και τη μουσική. Στην τηλεόραση έκανε το ντεμπούτο του το 1975, στη μεταφορά του έργου του Νίκου Καζαντζάκη «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται». Ακολούθησαν συμμετοχές σε δημοφιλείς σειρές, μεταξύ των οποίων «Ο φωτογράφος του χωριού», «Μεθυσμένη πολιτεία», «Χαίρε Τάσο Καρατάσο», «Όλη η δόξα, όλη η χάρη», «Στο κάμπινγκ» και «Ερασιτέχνης άνθρωπος».
«ΜΑΘΕ ΠΑΙΔΙ ΜΟΥ ΓΡΑΜΜΑΤΑ» βραβείο β’ ανδρικού ρόλου
«Την αλήθεια ρεεεεεε.. την αλήθεια» φώναξε εξοργισμένος, κουβαλώντας όλη την αξιοπρέπεια της Αριστεράς στο δικαστήριο, όπου κατέθετε ο πατέρας του μοναδικός Βασίλης Διαμαντόπουλος, ένας κλασικά συντηρητικός καθηγητής για τα γεγονότα που συνέβησαν στο προσκλητήριο νεκρών που έπεσαν στην κατοχή, όπου αναφέρθηκαν οι πεσόντες, εξαιρουμένου του αντάρτη Καναβού, που ο γιος του ήθελε να καταθέσει στεφάνι στη μνήμη του, και όταν ο ίδιος αναφώνησε το όνομα του αντάρτη πατέρα του “Καναβός”, επικράτησε χαμός στο σχολείο. Πέσανε πάνω του χωροφύλακες, πατριώτες της εποχής και ο Καλογερόπουλος, μαθητής γυμνασίου και γιος του καθηγητή, αρπάζει το στεφάνι ανεβαίνει σε ένα παράθυρο και φώναζει δυνατά «Τ’ ακούτε ..ο Καναβός έπεσε για την πατρίδα». Όλα αυτά και άλλα πολλά στην ταινία «Μάθε παιδί μου γράμματα», όπου πρωταγωνίστησε, κερδίζοντας βραβείο για την ερμηνεία του στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης.
Το 1984 ήρθε ένας από τους πιο χαρακτηριστικούς ρόλους της καριέρας του, στην ταινία «Λούφα και παραλλαγή» του Νίκου Περάκη, όπου υποδύθηκε τον φαντάρο Γιάννη Παπαδόπουλο. Για την ερμηνεία του απέσπασε το βραβείο Α΄ Ανδρικού Ρόλου στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Η ταινία αυτή έμελλε να αποτελέσει έναν από τους μεγαλύτερους σταθμούς στην καριέρα του. Ήταν ο ρόλος που τον καθιέρωσε…
Στην κινηματογραφική του διαδρομή συνεργάστηκε με σκηνοθέτες όπως ο Νίκος Περάκης, ο Θόδωρος Μαραγκός, ο Κώστας Φέρρης και ο Νίκος Ζαπατίνας.
Από τον κινηματογράφο στο «Κάμπινγκ»
Ιδιαίτερη θέση στην τηλεοπτική του πορεία είχε το «Κάμπινγκ», η σειρά που προβλήθηκε από την ΕΡΤ στα τέλη της δεκαετίας του ’80 και έμεινε στη μνήμη των τηλεθεατών ως μία από τις χαρακτηριστικές κωμωδίες εκείνης της περιόδου.
Παράλληλα, συνέχισε να εμφανίζεται στην τηλεόραση, συμμετέχοντας σε σειρές όπως «Χαίρε Τάσο Καρατάσο», «Όλη η δόξα, όλη η χάρη» και «Ερασιτέχνης άνθρωπος».Η τηλεόραση ήρθε νωρίς στη διαδρομή του. Εμφανίστηκε στη μεταφορά του μυθιστορήματος του Νίκου Καζαντζάκη «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται», ενώ στη συνέχεια πήρε μέρος σε σειρές όπως «Ο φωτογράφος του χωριού», «Οι παραστρατημένοι» και «Μεθυσμένη Πολιτεία».
Ο Νίκος, ωστόσο, δεν έμεινε μόνο στην υποκριτική. Πέρασε πίσω από την κάμερα ως σκηνοθέτης και σεναριογράφος και συνεργάστηκε στην πορεία του με ηθοποιούς, όπως ο Γιώργος Κιμούλης, ο Ηλίας Λογοθέτης και ο Αντώνης Καφετζόπουλος.
Το «Τρενοτεχνείο» και η επιστροφή στη Μεσσηνία
Τα τελευταία χρόνια ένα μεγάλο κομμάτι της δημιουργικής του δραστηριότητας ήταν συνδεδεμένο ξανά με τη Μεσσηνία.Στην Κυπαρισσία δημιούργησε μαζί με φίλους και συνεργάτες το «Τρενοτεχνείο», μετατρέποντας έναν χώρο που συνδεόταν με τον σιδηρόδρομο σε σημείο πολιτισμού.
Στο «Τρενοτεχνείο» φιλοξενήθηκαν παραστάσεις και εκδηλώσεις, καθώς και γνωστά ονόματα της ελληνικής μουσικής σκηνής. Ο ίδιος είχε επενδύσει προσωπικά στη δημιουργία και τη λειτουργία του χώρου, ο οποίος αποτέλεσε ένα από τα σημαντικότερα εγχειρήματα της τελευταίας περιόδου της ζωής του.
Τον Δεκέμβριο του 2024 ο χώρος είχε βρεθεί στο επίκεντρο της επικαιρότητας όταν άγνωστοι προκάλεσαν εκτεταμένες φθορές στις εγκαταστάσεις του. Ο Καλογερόπουλος είχε εμφανιστεί τότε ιδιαίτερα φορτισμένος από την καταστροφή ενός χώρου στον οποίο είχε αφιερώσει μεγάλο μέρος της ζωής και της δημιουργικότητάς του.
Μια μικρή ιστορία πίσω από το «ΡΕΜΠΕΤΙΚΟ»
Έναν χρόνο αργότερα από το «Μάθε παιδί μου γράμματα», εμφανίστηκε στην «Άρπα Colla», ενώ το 1983 συμμετείχε στο «Ρεμπέτικο» του Κώστα Φέρρη, μία από τις σημαντικότερες ελληνικές κινηματογραφικές παραγωγές της εποχής. Και αυτή η ερμηνεία του διακρίθηκε στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης.
Όταν ετοιμαζόταν το Ρεμπέτικο, στον Νίκο Καλογερόπουλο προτάθηκε ο ρόλος του Φώντα. Ήταν ένας σημαντικός ρόλος και, για έναν ηθοποιό, μια εξαιρετική ευκαιρία. Εκείνος όμως είχε διαβάσει το έργο και είχε κολλήσει σε έναν άλλο χαρακτήρα: τον Μπάμπη. Έναν χαρακτήρα εμπνευσμένο σε μεγάλο βαθμό από τον Βασίλη Τσιτσάνη.Πήγε λοιπόν στον Κώστα Φέρρη και του είπε «Εγώ γουστάρω τον Μπάμπη».Ο Φέρρης του εξήγησε ότι τον Μπάμπη προόριζε για τον Σπύρο Φωκά. Ο Καλογερόπουλος δεν απαίτησε τον ρόλο, αλλά από τη στιγμή που είχε αποκαλύψει τι πραγματικά ήθελε, ένιωθε ότι δεν μπορούσε πλέον να επιστρέψει και να πει «εντάξει, τότε κάνω τον Φώντα». Έτσι έμεινε τελικά εκτός ταινίας. Και τότε άρχισε η παράξενη αλυσίδα συμπτώσεων.
Η συνεργασία με τον Φωκά δεν προχώρησε. Εξετάστηκε και ο Νίκος Ξανθόπουλος, αλλά βρισκόταν στην Αμερική με επαγγελματικές υποχρεώσεις. Κάποια στιγμή ο παραγωγός Γιώργος Ζερβουλάκος και ο γιος του Τάκης είδαν μια άλλη ταινία στην οποία έπαιζε ο Καλογερόπουλος. Μόλις τελείωσε, σύμφωνα με την αφήγηση του ίδιου, κοιτάχτηκαν και σχεδόν ταυτόχρονα σκέφτηκαν:«Μπάμπης».Ο Φέρρης άρχισε να τον ψάχνει.
Ο Καλογερόπουλος όμως βρισκόταν στη Γερμανία για τους Γκασταρμπάιτερ. Από έναν τηλεφωνικό θάλαμο δοκίμασε να ακούσει τον καινούργιο αυτόματο τηλεφωνητή που είχε αγοράσει στην Ελλάδα. Εκεί βρήκε επανειλημμένα μηνύματα του Φέρρη.Το τελευταίο έλεγε ουσιαστικά:«Για τον Μπάμπη σε θέλω».Τελικά επέστρεψε, πήρε τον ρόλο που εξαρχής είχε αισθανθεί ότι του ανήκε και συμμετείχε σε μία από τις σημαντικότερες ελληνικές ταινίες της εποχής. Ο ίδιος χρόνια αργότερα περιέγραφε την κατάληξη σαν «δώρο».
Η ιστορία δεν λέει ότι «αν επιμένεις, πάντα θα κερδίζεις». Αυτό θα ήταν πολύ εύκολο. Λέει κάτι πιο ενδιαφέρον. Υπάρχουν στιγμές που πρέπει να διαλέξεις ανάμεσα σε αυτό που σου προσφέρεται και σε αυτό που πραγματικά σε εκφράζει, χωρίς καμία εγγύηση ότι η επιλογή σου θα δικαιωθεί. Ο Καλογερόπουλος μπορούσε να πάρει τον ασφαλή ρόλο. Προτίμησε να ρισκάρει το τίποτα για εκείνον που αισθανόταν δικό του.
Ο Νίκος Καλογερόπουλος έφυγε από τη ζωή αφήνοντας πίσω του μια σημαντική καλλιτεχνική παρακαταθήκη, αλλά και ρόλους που αγαπήθηκαν από πολλές γενιές θεατών..
Κάντε το πρώτο σχόλιο