Η κλιματική κρίση δεν αποτελεί πλέον μια μακρινή απειλή για το μέλλον, αλλά μια ζοφερή, καθημερινή πραγματικότητα που μεταμορφώνει δραματικά τις ζωές μας. Στην καρδιά αυτής της περιβαλλοντικής δοκιμασίας βρίσκονται οι κατοικίες μας, οι οποίες, αντί για καταφύγιο ασφάλειας και ξεκούρασης, μετατρέπονται συχνά σε παγίδες θερμικής καταπόνησης λόγω της έλλειψης μόνωσης και του παρωχημένου κτιριακού αποθέματος της χώρας.
Το παλαιωμένο και ανεπαρκώς μονωμένο κτιριακό απόθεμα της χώρας αδυνατεί να προστατεύσει τους πολίτες, μετατρέποντας τις κατοικίες σε επικίνδυνες θερμικές παγίδες κατά τη διάρκεια των καυσώνων
Το μεγαλύτερο μέρος των ελληνικών κατοικιών δεν μπορεί πλέον να προστατεύσει τους κατοίκους από τους ολοένα συχνότερους καύσωνες. Σε μια περίοδο έντονης στεγαστικής κρίσης, η θωράκιση των κατοικιών αποτελεί πλέον ζήτημα δημόσιας υγείας, κοινωνικής προστασίας και ανθεκτικότητας απέναντι στην κλιματική κρίση.
Η θερινή ενεργειακή φτώχεια δεν αφορά μόνο τα πιο ευάλωτα νοικοκυριά
Η έρευνα: «Κατοικίες σε κλιματική κρίση: Η θερινή ενεργειακή φτώχεια στην Ελλάδα», που πραγματοποίησε η Greenpeace μαζί με το Ελληνικό Ινστιτούτο Παθητικού Κτιρίου (ΕΙΠΑΚ), κατέγραψε για πρώτη φορά τις πραγματικές συνθήκες διαβίωσης σε 29 κατοικίες από έξι διαφορετικές γεωγραφικές περιοχές της χώρας.
Δείχνει ότι η θερινή ενεργειακή φτώχεια δεν αφορά μόνο τα πιο ευάλωτα νοικοκυριά, αλλά αποτελεί δομικό χαρακτηριστικό του ελληνικού κτιριακού αποθέματος. Εκατομμύρια κατοικίες έχουν κατασκευαστεί χωρίς επαρκή θερμική προστασία και αδυνατούν να λειτουργήσουν ως ασφαλείς χώροι διαβίωσης κατά τη διάρκεια των ολοένα συχνότερων καυσώνων.

Το μεγαλύτερο ποσοστό των κατοικιών που στεγάζουν σήμερα τα ελληνικά νοικοκυριά είναι γερασμένο, με περιορισμένη έως ανύπαρκτη θερμική προστασία, κατασκευασμένο σε εποχές όπου η έννοια της υπερθέρμανσης δεν ήταν παράγοντας ανησυχίας.
Πάνω από τις μισές κατοικίες στη χώρα έχουν χτιστεί πριν από την εισαγωγή του Κανονισμού Θερμομόνωσης το 19791, ενώ σχεδόν το σύνολο του υφιστάμενου αποθέματος δεν αναμένεται να αντικατασταθεί τις επόμενες δεκαετίες.
Αυτό σημαίνει ότι, για τα επόμενα πολλά χρόνια, όταν οι επιπτώσεις της κλιματικής κρίσης θα γίνονται ολοένα και πιο αισθητές, η καθημερινότητα των πολιτών θα συνεχίσει να εξαρτάται από κτίρια που δεν ανταποκρίνονται στις σύγχρονες κλιματικές, ενεργειακές και κοινωνικές συνθήκες.
Κλιματική κρίση – Η αθέατη πλευρά
Την ίδια στιγμή, στην Ελλάδα το ποσοστό των νοικοκυριών που ξοδεύει πάνω από το 40% του εισοδήματός του για να καλύψει το κόστος στέγασης (που συμπεριλαμβάνει τους λογαριασμούς κοινωφέλειας) είναι σχεδόν τετραπλάσιο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Η συνολική αύξηση του στεγαστικού κόστους επιδεινώνεται ακόμα περισσότερο από το περιβάλλον έντονης ενεργειακής ανασφάλειας, με τις τιμές ενέργειας, που βρέθηκαν στο υψηλότερο σημείο τους το 2022, να παρουσιάζουν σημαντικές τάσεις αύξησης κατά τις περιόδους μεγάλης ζήτησης όπως οι καύσωνες
Η παρούσα έρευνα έρχεται να ρίξει φως σε αυτή την αθέατη πλευρά της κλιματικής κρίσης στην Ελλάδα, τεκμηριώνοντας τις πραγματικές συνθήκες διαβίωσης μέσα από μια ενδελεχή έρευνα πεδίου. Μέσα από τα ευρήματα αυτά, καθίσταται σαφές ότι η θωράκιση των κατοικιών μας και η χάραξη μιας δίκαιης ενεργειακής πολιτικής δεν αποτελούν απλώς τεχνικά ζητήματα, αλλά μια επιτακτική ανθρωπιστική ανάγκη για τη διασφάλιση της αξιοπρέπειας και της ανθεκτικότητας ολόκληρης της κοινωνίας.
Τα βασικά ευρήματα της έρευνας:
Στη μεγάλη πλειονότητα των κατοικιών, οι εσωτερικές θερμοκρασίες κυμαίνονται μεταξύ 28–31°C, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις φτάνουν τους 34–38°C, πολύ πάνω από το όριο θερμικής άνεσης των 25°C.
Στις αμόνωτες κατοικίες, οι εσωτερικές θερμοκρασίες παραμένουν συχνά πάνω από 28–30°C ακόμη και κατά τη διάρκεια της νύχτας.
Πολλά νοικοκυριά περιορίζουν τη χρήση κλιματισμού επειδή δεν μπορούν να αντέξουν το κόστος, επιβαρύνοντας ακόμη περισσότερο τις συνθήκες διαβίωσής τους.
Οι αμόνωτες κατοικίες – αποτελούν την πλειονότητα του ελληνικού κτιριακού αποθέματος – αναδεικνύονται ως η πλέον ευάλωτη κατηγορία απέναντι στους καύσωνες.
Η προσαρμογή των κατοικιών στην κλιματική κρίση δεν μπορεί να βασιστεί ούτε σε αποσπασματικές παρεμβάσεις, ούτε στην ολοένα μεγαλύτερη χρήση κλιματιστικών. Απαιτούνται ολοκληρωμένες και καλά σχεδιασμένες ανακαινίσεις.

«Χρειαζόμαστε μία νέα πολιτική για τα κτίρια της χώρας στην εποχή της στεγαστικής και κλιματικής κρίσης. Μία ολοκληρωμένη προσέγγιση που να διασφαλίζει πρόσβαση σε ασφαλή και ποιοτική κατοικία. Όχι για μερικές εκατοντάδες εύπορους στο Ελληνικό, αλλά για όλους τους κατοίκους της χώρας», ανέφερε η Μυρτώ Πισπίνη, υπεύθυνη προγραμμάτων του Ελληνικού Γραφείου της Greenpeace. «Είναι ζήτημα δημόσιας υγείας, κοινωνικής προστασίας και προσαρμογής της χώρας στην κλιματική κρίση. Όσο καθυστερούμε να λάβουμε μέτρα, εκατομμύρια πολίτες θα εξακολουθούν να ζουν σε σπίτια που το καλοκαίρι μετατρέπονται σε θερμικές παγίδες», πρόσθεσε.
Η ενεργειακή φτώχεια στην Ελλάδα δεν είναι απλώς τεχνικό ζήτημα
Ένα από τα πιο κρίσιμα και κοινωνικά φορτισμένα ευρήματα της έρευνας αφορά τη χρήση ψύξης. Παρά τις ακραία υψηλές εσωτερικές θερμοκρασίες, πολλά νοικοκυριά περιόριζαν τη χρήση του κλιματιστικού σε μόλις 1 με 2 ώρες την ημέρα.
Αυτό αποδεικνύει ότι η ενεργειακή φτώχεια στην Ελλάδα δεν είναι απλώς τεχνικό ζήτημα (κακή ποιότητα κτιρίων), αλλά κυρίως οικονομικό. Τα νοικοκυριά στερούνται τη χρήση ψύξης επειδή αδυνατούν να πληρώσουν το κόστος του ηλεκτρικού ρεύματος, με αποτέλεσμα να εξαναγκάζονται να υπομένουν επικίνδυνες συνθήκες διαβίωσης.

«Πέρυσι κάναμε μια έρευνα στην Αθήνα για την ενεργειακή φτώχεια με στόχευση στο ευάλωτο νοικοκυριό, ενώ φέτος η έρευνά μας, σε 6 πόλεις της Ελλάδας, στόχευε στο κτίριο, είτε αυτό είναι παλιό και αμόνωτο είτε είναι ένα παθητικό κτίριο», λέει ο Στέφανος Παλλαντζάς, επικεφαλής του Ελληνικού Ινστιτούτου Παθητικού Κτιρίου.
«Τα συμπεράσματα και των δύο ερευνών είναι κοινά και δείχνουν με σαφήνεια ότι όσο παλαιότερο είναι το κτίριο, τόσο περισσότερο εδραιώνεται η ενεργειακή φτώχεια σε αυτό. Παράλληλα, αποδεικνύεται ότι η ριζική ανακαίνιση με στόχο το καλύτερο αποτέλεσμα είναι αυτή που φέρνει ουσιαστικό αποτέλεσμα στην αντιμετώπιση της ενεργειακής φτώχειας. Νομίζω πως γίνεται πλέον ξεκάθαρο ότι το παθητικό κτίριο δεν αποτελεί απλώς μια λύση ανάμεσα στις πολλές, αλλά είναι μονόδρομος για να εξασφαλίσουμε πραγματική θερμική άνεση και ευημερία για όλους», σημειώνει.
Ο ποιότητας εσωτερικού αέρα
Πέρα από τη θερμοκρασία, η έρευνα πεδίου κατέγραψε σημαντικά προβλήματα και στην ποιότητα του εσωτερικού αέρα, με ορισμένες κατοικίες να εμφανίζουν υψηλές συγκεντρώσεις CO₂ (άνω των 1000 ppm), ένδειξη ανεπαρκούς αερισμού.
Παράλληλα, η σχετική υγρασία σε αρκετές περιπτώσεις υπερβαίνει τα επιθυμητά όρια, επιδεινώνοντας την αίσθηση δυσφορίας και δημιουργώντας πρόσθετους κινδύνους για την υγεία.
Συνολικά, τα ευρήματα καταδεικνύουν ότι η ευαλωτότητα απέναντι στις υψηλές θερμοκρασίες δεν αφορά μόνο μεμονωμένες κοινωνικές ομάδες, αλλά είναι δομικά ενσωματωμένη στο υφιστάμενο κτιριακό απόθεμα της χώρας. Η αντιμετώπιση της θερινής ενεργειακής φτώχειας απαιτεί συνεπώς συστηματικές, μαζικές και στοχευμένες παρεμβάσεις.
Κάντε το πρώτο σχόλιο