Πώς κινήθηκε η αγορά για το παγκόσμιο κρασί – Οι πιέσεις και οι ανακατατάξεις – Η εικόνα στην Ελλάδα

Σε μία από τις πιο απαιτητικές περιόδους των τελευταίων δεκαετιών εισήρθε το 2025 το κρασί σε παγκόσμιο επίπεδο, με τους παραγωγούς, τη μεταποίηση και τους εξαγωγείς να καλούνται να ισορροπήσουν σε ένα σύνθετο περιβάλλον, στο οποίο επικράτησαν οι γεωπολιτικές εντάσεις, οι δασμολογικές πολιτικές, η κλιματική αστάθεια και οι βαθιές αλλαγές στις καταναλωτικές συνήθειες.

Τα στοιχεία της ετήσιας έκθεσης του Διεθνούς Οργανισμού Αμπέλου και Οίνου (OIV) αποτυπώνουν έναν κλάδο που εξακολουθεί να διαθέτει ανθεκτικότητα, αλλά βρίσκεται ταυτόχρονα σε διαδικασία αναπροσαρμογής σε παγκόσμιο επίπεδο.

Η παγκόσμια παραγωγή οίνου εκτιμάται στα 227 εκατομμύρια εκατόλιτρα το 2025, σημειώνοντας οριακή αύξηση μόλις 0,6% σε σχέση με το ιστορικά χαμηλό επίπεδο του 2024

Σύμφωνα με αυτά τα στοιχεία, φαίνεται ότι ο παγκόσμιος κλάδος οίνου αντιδρά στις επιπτώσεις των εμπορικών πολιτικών σε πραγματικό χρόνο, ενώ παράλληλα προσαρμόζεται στις μακροπρόθεσμες αλλαγές όσον αφορά το κλίμα και την κατανάλωση.

Η αξία του παγκόσμιου εμπορίου παραμένει σε σημαντικά υψηλότερα επίπεδα από ό,τι πριν από την πανδημία του COVID, αν και τόσο ο όγκος όσο και η αξία μειώθηκαν το 2025 λόγω των δασμολογικών πολιτικών και των οικονομικών παραγόντων.

Αντίστοιχα, η παραγωγή επηρεάστηκε από κλιματικά φαινόμενα και στα δύο ημισφαίρια, με αποτέλεσμα μια χαμηλή παγκόσμια σοδειά για τρίτη συνεχόμενη χρονιά. Αυτό συνέβαλε στην αντιστάθμιση των επιπτώσεων της μείωσης της παγκόσμιας κατανάλωσης τα τελευταία χρόνια, η οποία οφείλεται και πάλι στις οικονομικές πιέσεις που ασκούνται στους καταναλωτές, καθώς και στις μεταβαλλόμενες καταναλωτικές συνήθειες στις ώριμες αγορές.

Οριακά αυξημένο το κρασί το 2025

Η παγκόσμια παραγωγή οίνου εκτιμάται στα 227 εκατομμύρια εκατόλιτρα το 2025, σημειώνοντας οριακή αύξηση μόλις 0,6% σε σχέση με το ιστορικά χαμηλό επίπεδο του 2024. Παρά τη μικρή αυτή βελτίωση, πρόκειται για την τρίτη συνεχόμενη χρονιά κατά την οποία η παραγωγή παραμένει αισθητά κάτω από τον μέσο όρο της τελευταίας πενταετίας. Οι ακραίες καιρικές συνθήκες εξακολουθούν να αποτελούν τον σημαντικότερο παράγοντα πίεσης για τους αμπελώνες διεθνώς.

Τα ακραία καιρικά φαινόμενα παρέμειναν ένας από τους κύριους παράγοντες που διαμόρφωσαν την παγκόσμια παραγωγή οίνου. Παγετοί εκτός εποχής, παρατεταμένες ξηρασίες, καύσωνες αλλά και έντονες βροχοπτώσεις επηρέασαν σχεδόν όλες τις μεγάλες αμπελουργικές ζώνες, τόσο στο Βόρειο όσο και στο Νότιο Ημισφαίριο.

Οι συνέπειες της κλιματικής μεταβλητότητας δεν ήταν ομοιόμορφες. Ορισμένες περιοχές βρέθηκαν αντιμέτωπες με μεγάλες απώλειες παραγωγής, ενώ άλλες κατάφεραν να επωφεληθούν από ηπιότερες συνθήκες και να διατηρήσουν σχετικά ικανοποιητικές αποδόσεις.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία εξακολουθεί να παράγει περίπου το 60% του παγκόσμιου κρασιού, βίωσε ακόμη μία δύσκολη χρονιά. Η συνολική παραγωγή της εκτιμάται στα 136 εκατομμύρια εκατόλιτρα, καταγράφοντας μείωση 1,3% σε σύγκριση με το 2024.

Μειωμένη κατά 1,6% ήταν και η έκταση των αμπελώνων της ΕΕ, φτάνοντας συνολικά τα 3,2 εκατομμύρια εκτάρια

Συρρικνώνονται οι αμπελουργικές εκτάσεις

Η συρρίκνωση των αμπελουργικών εκτάσεων αποτελεί πλέον σταθερή παγκόσμια τάση. Το 2025 η συνολική έκταση των αμπελώνων διεθνώς διαμορφώθηκε στα 7 εκατομμύρια εκτάρια, καταγράφοντας μείωση κατά 0,8% σε σύγκριση με το 2024. Να σημειωθεί ότι η μείωση της παγκόσμιας έκτασης των αμπελιών παρατηρείται από το 2020.

Η τάση αυτή αντανακλά τη μείωση της έκτασης των αμπελώνων σε όλες τις μεγάλες αμπελουργικές χώρες και στα δύο ημισφαίρια, με ελάχιστες εξαιρέσεις. Η μείωση ήταν εμφανής σε όλους τους τύπους σταφυλιών, με τα οινοποιήσιμα σταφύλια να επηρεάζονται ιδιαίτερα.

Μειωμένη κατά 1,6% ήταν και η έκταση των αμπελώνων της ΕΕ, φτάνοντας συνολικά τα 3,2 εκατομμύρια εκτάρια και αντιπροσωπεύοντας το 45% του παγκόσμιου συνόλου. Αυτή η μείωση οφείλεται κυρίως στη σημαντική εγκατάλειψη αμπελώνων στη Γαλλία και, σε μικρότερο βαθμό, στην Ισπανία, ενώ οι εκτάσεις στις άλλες μεγάλες χώρες παραγωγής, όπως και στην Ελλάδα, παρέμειναν γενικά σταθερές.

Υποχωρεί η κατανάλωση στο κρασί

Η κατανάλωση κρασιού συνεχίζει να κινείται πτωτικά σχεδόν σε όλο τον κόσμο. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του OIV, η παγκόσμια κατανάλωση το 2025 διαμορφώνεται στα 208 εκατομμύρια εκατόλιτρα, μειωμένη κατά 2,7% σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Από το 2018 μέχρι σήμερα, η διεθνής αγορά έχει χάσει περίπου το 14% των συνολικών όγκων κατανάλωσης.

Πίσω από αυτή την εξέλιξη βρίσκονται βαθύτερες κοινωνικές και οικονομικές μεταβολές. Στις ώριμες αγορές, οι νεότερες γενιές καταναλωτών εμφανίζονται πιο επιφυλακτικές απέναντι στο αλκοόλ, ενώ η υιοθέτηση διαφορετικών προτύπων ζωής αλλάζει σταδιακά τη σχέση των καταναλωτών με το κρασί. Παράλληλα, οι πληθωριστικές πιέσεις των τελευταίων ετών έχουν περιορίσει σημαντικά την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών.

Ιδιαίτερα καθοριστική υπήρξε η υποχώρηση της κατανάλωσης σε τρεις μεγάλες αγορές την Κίνα, τις Ηνωμένες Πολιτείες και τη Γαλλία. Η κινεζική αγορά συνεχίζει να συρρικνώνεται με ταχείς ρυθμούς από το 2018, αφαιρώντας κάθε χρόνο περίπου 2 εκατομμύρια εκατόλιτρα από την παγκόσμια ζήτηση. Στις ΗΠΑ, η επιβράδυνση της κατανάλωσης έχει πλέον αποκτήσει πιο μόνιμα χαρακτηριστικά, ενώ στη Γαλλία συνεχίζεται η μακροχρόνια πτωτική πορεία που καταγράφεται εδώ και δεκαετίες.

Οι παγκόσμιες εξαγωγές μειώθηκαν το 2025 κατά 4,7% σε όγκο και κατά 6,7% σε αξία

Όπως αναφέρει στην έκθεσή της η OIV, το 2025 επιβεβαίωσε το γενικά πιο υποτονικό περιβάλλον κατανάλωσης που παρατηρήθηκε σε πολλές αγορές. Οι υψηλές μέσες τιμές – που συνδέονται εν μέρει με τους σχετικά χαμηλούς όγκους παραγωγής και τις παρατεταμένες επιπτώσεις του πληθωρισμού – συνέχισαν να επιβαρύνουν τη ζήτηση σε αρκετές χώρες. Εννέα από τις δέκα μεγαλύτερες αγορές κρασιού στον κόσμο καταγράφηκαν χαμηλότεροι όγκοι κατανάλωσης σε σύγκριση με το 2024.

Ωστόσο, ορισμένες αγορές, όπως η Πορτογαλία, η Βραζιλία και η Ιαπωνία, συνέχισαν να επιδεικνύουν σχετική ανθεκτικότητα.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει και το στοιχεία για την ευρωπαϊκή κατανάλωση. Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία, το 2025 η ΕΕ αντιπροσώπευε μια αγορά κρασιού 100,6 εκατομμυρίων εκατόλιτρων, που αντιστοιχούσε στο 48% της παγκόσμιας κατανάλωσης. Ο αριθμός αυτός είναι μειωμένος κατά 3,1% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος και πτώση 6,9% σε σύγκριση με τον μέσο όρο της πενταετίας.

Η πτώση αυτή αποδίδεται στη συνολική μείωση της κατανάλωσης οίνου που παρατηρήθηκε σε ορισμένες από τις κύριες παραδοσιακές χώρες κατανάλωσης οίνου.

Πιέσεις και στο διεθνές εμπόριο

Σημαντικές πιέσεις δέχεται και το διεθνές εμπόριο οίνου. Οι παγκόσμιες εξαγωγές μειώθηκαν το 2025 κατά 4,7% σε όγκο, φτάνοντας τα 94,8 εκατομμύρια εκατόλιτρα, ενώ η συνολική αξία τους υποχώρησε κατά 6,7%, στα 33,8 δισεκατομμύρια ευρώ. Παράγοντες όπως η αβεβαιότητα γύρω από τους δασμούς στις Ηνωμένες Πολιτείες, οι συναλλαγματικές διακυμάνσεις και η ασθενέστερη διεθνής ζήτηση επηρέασαν καθοριστικά τις εμπορικές ροές.

Για ορισμένες κατηγορίες, η σχετικά περιορισμένη διαθεσιμότητα που προέκυψε από τα τρία συνεχόμενα έτη παραγωγής κάτω του μέσου όρου επηρέασε επίσης τη δυναμική των εξαγωγών. Συνολικά, αυτοί οι παράγοντες συνέβαλαν σε μια γενική επιβράδυνση του διεθνούς εμπορίου οίνου, επηρεάζοντας τόσο τους όγκους όσο και τις τιμές.

Ιδιαίτερα αισθητή ήταν η πτώση των εισαγωγών κρασιού στις ΗΠΑ, οι οποίες μειώθηκαν κατά 12% σε σχέση με το 2024, περιοριζόμενες στα 5,5 δισεκατομμύρια ευρώ.

Όμως, η συρρίκνωση ήταν γενικευμένη σε όλες τις μεγάλες εξαγωγικές χώρες, με δέκα από τους δώδεκα κορυφαίους εξαγωγείς παγκοσμίως να καταγράφουν χαμηλότερους όγκους. Η Πορτογαλία και η Νέα Ζηλανδία ήταν οι μόνες αξιοσημείωτες εξαιρέσεις, καταγράφοντας αύξηση στους όγκους εξαγωγών το 2025.

Παρά τις δυσκολίες, οι τιμές παραμένουν σε σχετικά υψηλά επίπεδα. Η μέση τιμή εξαγωγής διαμορφώθηκε στα 3,56 ευρώ ανά λίτρο, ελαφρώς μειωμένη σε σχέση με το προηγούμενο έτος, αλλά εξακολουθεί να βρίσκεται περίπου 24% υψηλότερα από τα επίπεδα πριν από την πανδημία.

Το κρασί στην Ελλάδα

Μέσα σε αυτό το ασταθές διεθνές περιβάλλον, η Ελλάδα παρουσίασε σημάδια μερικής ανάκαμψης. Η παραγωγή οίνου αυξήθηκε κατά 16,8% σε σχέση με το 2024, φτάνοντας τα 1,6 εκατομμύρια εκατόλιτρα, έπειτα από δύο ιδιαίτερα αδύναμες χρονιές. Οι ήπιες θερμοκρασίες, οι μεγάλες ημερήσιες διακυμάνσεις και η περιορισμένη εμφάνιση ακραίων φαινομένων βοήθησαν στην καλύτερη εξέλιξη της σοδειάς.

Ωστόσο, η ελληνική παραγωγή παραμένει αισθητά χαμηλότερη από τα ιστορικά επίπεδα των 2 έως 4 εκατομμυρίων εκατόλιτρων που καταγράφονταν παλαιότερα. Παράλληλα, η έκταση των ελληνικών αμπελώνων διατηρήθηκε σχεδόν σταθερή, στα 93 χιλιάδες εκτάρια.

Πηγή ot.gr

Κάντε το πρώτο σχόλιο

Υποβολή απάντησης

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται.


*