Η πολιτική του κατευνασμού οδηγεί τη χώρα σε επικίνδυνη εθνική διολίσθηση. Αποτέλεσμα ο επερχόμενος νόμος για τη Γαλάζια Πατρίδα από την τουρκική Βουλή.
Η Ελλάδα βρίσκεται μπροστά σε μία εξαιρετικά κρίσιμη καμπή στα εθνικά της θέματα. Η Τουρκία δεν περιορίζεται πλέον σε προκλητικές δηλώσεις, χάρτες, NAVTEX ή επεισόδια χαμηλής έντασης. Προχωρά σε μία συστηματική προσπάθεια θεσμοθέτησης της αναθεωρητικής της στρατηγικής, επιχειρώντας να μετατρέψει το ιδεολόγημα της «Γαλάζιας Πατρίδας» σε εσωτερικό νομικό πλαίσιο. Σύμφωνα με πρόσφατα δημοσιεύματα, το σχετικό τουρκικό νομοσχέδιο αναμένεται να προχωρήσει, με στόχο την κωδικοποίηση των τουρκικών αντιλήψεων περί θαλάσσιων ζωνών, υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ.
Γράφει η Θεοδώρα Τζάκρη στο militaire.gr
Το γεγονός ότι ένα τέτοιο νομοθέτημα δεν παράγει, από μόνο του, έννομα αποτελέσματα στο διεθνές δίκαιο δεν πρέπει να οδηγήσει σε εφησυχασμό. Το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι μόνο τι ισχύει νομικά. Είναι τι θα επιχειρήσει η Τουρκία να επιβάλει πολιτικά, διπλωματικά και επιχειρησιακά στο πεδίο. Διότι η Άγκυρα, μεθοδικά και σταθερά, δοκιμάζει τα όρια της ελληνικής αντίδρασης. Εάν διαπιστώσει ότι η Ελλάδα αποφεύγει την απάντηση, υποχωρεί ή περιορίζεται σε τυπικές ανακοινώσεις, τότε θα επιχειρήσει να παρουσιάσει τις αυθαίρετες αξιώσεις της ως τετελεσμένα.
Στο επίκεντρο αυτής της στρατηγικής βρίσκεται η προσπάθεια λειτουργικής διχοτόμησης του Αιγαίου. Η τουρκική αντίληψη περί «Γαλάζιας Πατρίδας» επιδιώκει να εμφανίσει περιοχές ανατολικά του 25ου μεσημβρινού ως χώρο τουρκικής ευθύνης, αρμοδιότητας ή δικαιοδοσίας, σε ζητήματα όπως η έρευνα και διάσωση, οι επιστημονικές έρευνες, οι άδειες δραστηριοτήτων και οι θαλάσσιες χρήσεις. Αναλύσεις επισημαίνουν ότι ο 25ος μεσημβρινός αποκτά κεντρική θέση στην τουρκική επιχειρηματολογία, ακριβώς επειδή λειτουργεί ως εργαλείο αμφισβήτησης της ελληνικής κυριαρχίας και των κυριαρχικών δικαιωμάτων στο Αιγαίο.
Απέναντι σε αυτή την κλιμάκωση, η κυβέρνηση Μητσοτάκη ακολούθησε όλα αυτά τα χρόνια μία πολιτική κατευνασμού. Αντί να δημιουργεί κόστος στην Τουρκία, έστειλε επανειλημμένα μηνύματα αναδίπλωσης. Αντί να αξιοποιήσει κάθε ευρωπαϊκό και διεθνές φόρουμ για να καταστήσει σαφές ότι η Τουρκία παραβιάζει το διεθνές δίκαιο, συχνά επέλεξε τη χαμηλή ένταση, τις «ήρεμες θάλασσες» και τη διπλωματία των εντυπώσεων. Όμως οι «ήρεμες θάλασσες» δεν είναι εθνική στρατηγική όταν ο απέναντι χτίζει σταθερά νομικά, πολιτικά και επιχειρησιακά εργαλεία αμφισβήτησης.
Η υπόθεση της Κάσου αποτέλεσε χαρακτηριστικό παράδειγμα. Η παρουσία του ιταλικού ερευνητικού πλοίου για εργασίες σχετικές με υποβρύχιο καλώδιο προκάλεσε τουρκική κινητοποίηση, με την Άγκυρα να εμφανίζει την περιοχή ως δήθεν τουρκικής υφαλοκρηπίδας. Η αποστολή τουρκικών πολεμικών πλοίων και η ένταση που ακολούθησε έδειξαν ότι η Τουρκία δοκιμάζει στην πράξη τις ελληνικές ανοχές. Εάν η Ελλάδα εμφανίζεται να αποφεύγει την αποφασιστική άσκηση των δικαιωμάτων της, τότε η Τουρκία λαμβάνει το μήνυμα ότι μπορεί να κάνει το επόμενο βήμα χωρίς κόστος.
Το ίδιο ισχύει και με το Τουρκολιβυκό Μνημόνιο. Η Τουρκία το επικαλείται διαρκώς, το χρησιμοποιεί ως εργαλείο πίεσης και το εντάσσει στη συνολική της αφήγηση για την Ανατολική Μεσόγειο. Η Ελλάδα έχει μεν απορρίψει νομικά το μνημόνιο και έχει κινηθεί στον ΟΗΕ, αλλά πολιτικά δεν έχει καταφέρει να το μετατρέψει σε μόνιμο κόστος για την Τουρκία. Όταν, την ίδια στιγμή, η Αθήνα επιδιώκει μία εικόνα ομαλοποίησης με την Άγκυρα, δια της συμφωνίας που υπογράφηκε στην Αθήνα μεταξύ Μητσοτάκη – Ερντογάν, το μήνυμα προς τη διεθνή κοινότητα θολώνει: εμφανίζεται σαν να μη θεωρεί η ίδια η Ελλάδα το Τουρκολιβυκό Μνημόνιο μείζον πρόβλημα στρατηγικής σημασίας.
Αντίστοιχα φοβική ήταν και η στάση με τα θαλάσσια πάρκα. Η Ελλάδα ανακοίνωσε πάρκα σε Ιόνιο και Νότιο Αιγαίο, αλλά το Αιγαίο πάρκο περιορίστηκε στις Νότιες Κυκλάδες, εντός ελληνικών χωρικών υδάτων, ενώ η Τουρκία αντέδρασε και πάλι, παρουσιάζοντας ακόμη και περιβαλλοντικές πρωτοβουλίες ως δήθεν μονομερείς ενέργειες σε «αμφισβητούμενες» περιοχές. Τι μήνυμα στέλνει η Ελλάδα όταν αποφεύγει συστηματικά το Ανατολικό Αιγαίο και τα Δωδεκάνησα; Ότι η τουρκική απειλή λειτουργεί. Ότι το casus belli παράγει πολιτικό αποτέλεσμα. Ότι η χώρα αυτοπεριορίζεται πριν καν πιεστεί στο πεδίο.
Το κορυφαίο ζήτημα παραμένει η μη άσκηση του δικαιώματος επέκτασης των χωρικών υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια. Η Ελλάδα άσκησε το δικαίωμα αυτό στο Ιόνιο, αλλά όχι στο σύνολο της ηπειρωτικής χώρας, ούτε στην Κρήτη, ούτε βεβαίως στο Αιγαίο. Το διεθνές δίκαιο αναγνωρίζει το δικαίωμα επέκτασης έως τα 12 ν.μ., ενώ η Τουρκία από το 1995 διατηρεί την απειλή πολέμου σε περίπτωση επέκτασης στο Αιγαίο. Αυτή η μόνιμη ελληνική αναβολή δεν είναι νηφαλιότητα. Είναι αυτοδέσμευση υπό την απειλή του αντιπάλου.
Η Ελλάδα όφειλε εδώ και χρόνια να έχει ξεσηκώσει την Ευρωπαϊκή Ένωση, το ΝΑΤΟ, τον ΟΗΕ και κάθε διεθνές φόρουμ για το casus belli, το ΤουρκολιβυκόΜνημόνιο, τη «Γαλάζια Πατρίδα», τις τουρκικές παρενοχλήσεις, τις αμφισβητήσεις θαλάσσιων ζωνών και τις απόπειρες επιβολής τετελεσμένων. Όφειλε να θέτει βέτο, να μπλοκάρει ευρωτουρκικές διευκολύνσεις, να συνδέει κάθε θετική ατζέντα με την έμπρακτη εγκατάλειψη της τουρκικής αναθεωρητικής πολιτικής. Αντί γι’ αυτό, η κυβέρνηση επέλεξε να εμφανίζει ως επιτυχία το ότι δεν υπάρχει κρίση, ενώ η άλλη πλευρά προετοιμάζει την επόμενη κρίση με καλύτερους όρους.
Το ίδιο μοτίβο αδράνειας και θολών απαντήσεων φαίνεται και σε άλλα ζητήματα εθνικής σοβαρότητας. Η υπόθεση του ουκρανικού θαλάσσιου drone στη Λευκάδα, για το οποίο ο υπουργός Εθνικής Άμυνας έκανε λόγο για εξαιρετικά σοβαρό ζήτημα, ανέδειξε ερωτήματα για το πώς ένα οπλικό σύστημα τέτοιου τύπου βρέθηκε σε ελληνικά νερά και ποια ακριβώς είναι η ελληνική δυνατότητα ελέγχου. Παράλληλα, δημοσιεύματα για εμπλοκές στις ελληνοουκρανικές συνομιλίες περί θαλάσσιων dronesλόγω ουκρανικών όρων στη χρήση τους προκαλούν εύλογη ανησυχία για το αν η Ελλάδα διασφαλίζει την πλήρη επιχειρησιακή αυτονομία της. Μία χώρα που δίνει στρατιωτική βοήθεια – χωρίς σαφή ανταλλάγματα – και χωρίς αδιαπραγμάτευτη διασφάλιση των δικών της εθνικών συμφερόντων δεν ασκεί σοβαρή εξωτερική πολιτική.
Εξίσου σοβαρό είναι το ζήτημα των Ελλήνων ψαράδων. Από τη Σαμοθράκη και τη Θάσο έως την Κάλυμνο και τα Ίμια, οι καταγγελίες για παρενοχλήσεις, εκφοβισμούς και προκλητική παρουσία τουρκικών αλιευτικών ή τουρκικών σκαφών επανέρχονται διαρκώς. Διαρκώς καταγράφονται καταγγελίες ψαράδων, ενώ παλαιότερα επεισόδια στο Θρακικό Πέλαγος προκάλεσαν έντονη ανησυχία, έστω και αν το Λιμενικό σε ορισμένες περιπτώσεις έδωσε διαφορετική εκδοχή για τα ακριβή χωρικά όρια. Το πολιτικό πρόβλημα, όμως, παραμένει: οι Έλληνες ψαράδες αισθάνονται εγκαταλελειμμένοι και η Τουρκία αντιλαμβάνεται την καθημερινή αυτή τριβή ως πεδίο δοκιμής της ελληνικής αποφασιστικότητας.
Η χώρα χρειάζεται πλέον καθαρό δόγμα αποτροπής. Η Ελλάδα πρέπει να δηλώσει ότι οποιαδήποτε απόπειρα εφαρμογής του τουρκικού νόμου της «Γαλάζιας Πατρίδας» στο πεδίο θα αντιμετωπιστεί άμεσα, με όλα τα νόμιμα διπλωματικά, πολιτικά, οικονομικά και αμυντικά μέσα που διαθέτει η Ελληνική Δημοκρατία. Και θα τεθεί άμεσα θέμα διακοπής κάθε είδους χρηματοδότησης από την ΕΕ, όσο εκκρεμούν τέτοιες παράνομες διακδικήσεις. Η αποτροπή δεν είναι πολεμοκαπηλία. Είναι προϋπόθεση ειρήνης. Διότι ειρήνη χωρίς κόκκινες γραμμές δεν είναι ειρήνη· είναι πρόσκληση σε νέες διεκδικήσεις.
Η Ελλάδα πρέπει επίσης να ξεκαθαρίσει από τώρα ότι, εάν η Τουρκία προχωρήσει στη θεσμοθέτηση της «Γαλάζιας Πατρίδας», η ελληνική απάντηση θα είναι η άσκηση κυριαρχικών δικαιωμάτων. Πρώτο βήμα: επέκταση των χωρικών υδάτων στα 12 ν.μ. όπου μπορεί να γίνει άμεσα — στην ηπειρωτική Ελλάδα, στην Κρήτη και στα νησιά εγγύς των ηπειρωτικών ακτών. Και σε επόμενο στάδιο, με οργανωμένο σχεδιασμό, στο Ανατολικό Αιγαίο. Η Τουρκία πρέπει να γνωρίζει ότι κάθε αναθεωρητική της κίνηση θα έχει συνέπεια, όχι ελληνική σιωπή.
Το ερώτημα είναι αν η σημερινή κυβέρνηση έχει το πολιτικό σθένος να το πράξει. Δυστυχώς, η μέχρι τώρα πορεία δείχνει το αντίθετο. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη επέλεξε τον κατευνασμό, την αναβολή, την επικοινωνιακή διαχείριση και τη λογική του «να μη γίνει φασαρία». Όμως στα εθνικά θέματα η φασαρία δεν αποφεύγεται με υποχωρήσεις. Αποφεύγεται όταν ο αντίπαλος γνωρίζει ότι κάθε του βήμα θα έχει κόστος.
Ο κ. Μητσοτάκης έχει αποτύχει να διαμορφώσει αξιόπιστη εθνική στρατηγική απέναντι στην Τουρκία. Έχει επιτρέψει στην Άγκυρα να κλιμακώνει χωρίς ουσιαστικό κόστος, έχει αφήσει κρίσιμα δικαιώματα της χώρας ανενεργά, έχει στείλει επανειλημμένα μήνυμα φόβου και όχι αποφασιστικότητας. Σήμερα, μπροστά στην προοπτική νομοθέτησης της «Γαλάζιας Πατρίδας», η Ελλάδα δεν χρειάζεται άλλη διαχείριση. Χρειάζεται πολιτική αλλαγή, εθνική αυτοπεποίθηση και πραγματικό δόγμα αποτροπής.
Γι’ αυτό ο Κυριάκος Μητσοτάκης πρέπει να φύγει. Όχι απλώς επειδή απέτυχε πολιτικά, αλλά επειδή η πολιτική του στα εθνικά θέματα έχει καταστεί επικίνδυνη για τη χώρα. Η Ελλάδα δεν αντέχει άλλη υποχώρηση, άλλη αδράνεια, άλλη φοβική διαχείριση. Χρειάζεται ηγεσία που να πιστεύει στα δικαιώματα της χώρας και να είναι έτοιμη να τα ασκήσει.
*Η κ. Τζάκρη είναι βουλευτής Πέλλας, αντιπρόεδρος του κόμματος Δημοκράτες- Προοδευτικό Κέντρο και των Ευρωπαίων Δημοκρατών
Κάντε το πρώτο σχόλιο