Δεν ήταν αριστερός, ήταν από βενιζελική οικογένεια, με πατέρα συνταγματάρχη και αδελφό ανθυπολοχαγό στο στρατό. Είχε φάκελο στην αστυνομία από το 1957 όταν συμμετείχε σε διαδήλωση για το Κυπριακό, οργανώθηκε πολιτικά ως φοιτητής στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο και εντάσσεται στην νεολαία της Ενώσεως Κέντρου το 1960-1961.
27 ετών το 1966 παρουσιάστηκε στο στρατό, στην Κόρινθο όπου τολμάει να διορθώσει τον διοικητή που κάνει τα πρωινά κηρύγματα ότι νόμιμος πρωθυπουργός της χ⁹ώρας είναι ο Γεώργιος Παπανδρέου και όχι ο αποστάτης. Παίρνει δυσμενή μετάθεση στη Βέροια, ασφυκτιά, αποφασίζει να λιποτακτήσει. Παραμονές Πάσχα παρουσιάζεται στον διοικητή του και λέει ότι είναι ο Εσταυρωμένος, παίρνει 10 μέρες αναρρωτική να κοιταχτεί σε ψυχίατρο!!!
Έρχεται στην Αθήνα, καταφέρνει να εξασφαλίσει πλαστό διαβατήριο για την Κύπρο, εκεί γίνεται το απίστευτο. Ο Υπουργός Άμυνας και Εσωτερικών Γιωρκάτζης ψάχνει τον λιποτάκτη που κυνηγά η χούντα και μόλις συναντιούνται αντί να τον συλλάβει πάραυτα και να τον απελάσει, στρατολογείται στον σκοπό του, ο στρατιώτης γοητεύει τον Υπουργό!!
Ο Γιωρκάτζης, αγωνιστής θρύλος της ΕΟΚΑ “ο Χουντίνι της ΕΟΚΑ” γιατί είχε δραπετεύσει 3 φορές από τα χέρια των Βρετανών “είμαι υποχρεωμένος να σε παραδώσω στη Χούντα” του απαντά ” δεν θα το κάνεις, γιατί έκανα ότι έκανες εσύ”. Έτσι ως Μάριος Ανδρέου φθάνει στη Ρώμη ιδρύει οργάνωση και δρομολογεί το σχέδιο του για την δολοφονία του δικτάτορα με το ψευδώνυμο του “Ανίκητος”.
Αποφάσισε να χτυπήσει στις 13 Αυγούστου του 1968. Επιλέχτηκε το 31ο χιλιόμετρο της λεωφόρου Αθηνών Σουνίου, υπήρχε γεφυράκι με υπόγεια σήραγγα και πριν απότομη στροφή, τα αυτοκίνητα χαμηλώνουν ταχύτητα και θα διευκολυνόταν η στοχοποίηση. Τα εκρηκτικά τα παραλάμβανε από την πρεσβεία της Κύπρου, τις τεχνικές λεπτομέρειες τις έμαθε στην Κύπρο. Κρυμμένος στα βράχια περίμενε την κατάλληλη στιγμή. Στην προσπάθειά του να ξεμπερδεύσει το καλώδιο που συνδεόταν με τα εκρηκτικά μετακινήθηκε μερικά μέτρα έχασε την καλή οπτική επαφή και για κλάσματα του δευτερολέπτου περνάει το αυτοκίνητο του Παπαδόπουλου και μετά γίνεται η έκρηξη, η απόπειρα απέτυχε!! Πέφτει στην θάλασσα, κρύφτηκε στα βράχια και περίμενε να έρθει μια βάρκα να τον πάρει, σύμφωνα με το σχέδιο. Μετά από 2 ώρες τον είδε ένας χωροφύλακας, τον πιάνει ημίγυμνο και τον φωτογραφίζουν έτσι για να τον ξεφτιλίσουν.
Μετά τη σύλληψη του το καθεστώς απείλησε με διακοπή των διπλωματικών σχέσεων Ελλάδας-Κύπρου, ο Γιωρκάτζης παραιτείται από υπουργός για να δολοφονηθεί 2 χρόνια αργότερα το 1970 από αγνώστους. Ο θάνατος του παραμένει ανεξιχνίαστος.
Τον γιο του Κωνσταντίνο τον μεγαλώνει ο δεύτερος σύζυγος της μητέρας του, ο Τάσσος Παπαδόπουλος, πρώην Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας, ενώ ο ίδιος διετέλεσε Δήμαρχος Λευκωσίας για 12 χρόνια.
Ο Αλέξανδρος Παναγούλης βασανίζεται επί 3,5 χρόνια. Ατελείωτο ξύλο, κλωτσιές, τσιγάρα στο σώμα, μαστιγώματα, χτυπήματα με γκλομπς στις πατούσες των ποδιών (φάλαγγα), πυρωμένη βελόνα στην ουρήθρα, επεμβάσεις άνευ αναισθησίας σε οποιοδήποτε τραύμα, 50 εικονικές εκτελέσεις, κρέμασμα από μπάρα για 4 ώρες μέχρι το σημείο λιποθυμίας από αδυναμία αναπνοής, αν και “η λιποθυμία ήταν η μόνη λύτρωση αφού σου δίνει νέες δυνάμεις”, υπήρξε φορά που του στέρησαν τον ύπνο ακόμη και για 50 μέρες.

Παρά τα βασανιστήρια δεν πρόδωσε κανένα σύντροφο του, ο Ιωαννίδης τότε ομολογεί: «Είναι ένας στο εκατομμύριο, δεν έχουμε δει άλλον τέτοιον, όσο και αν τον βασανίσεις, τόσο περισσότερο τον ισχυροποιείς». Για να πολεμήσει τους βασανιστές του, ο Παναγούλης έβγαλε ομοφυλόφιλο τον Ζαχαράκη, διευθυντή των φυλακών του Μπογιατίου και κάθε βράδυ μπροστά σε όλους τους φρουρούς έκανε εικονικό δελτίο ειδήσεων ξεφτιλίζοντας τον, μιλώντας για την δήθεν κρυφή του ζωή που υπήρχε γιατί δεν μπορούσε να κορεστεί από τα βασανιστήρια των Ελλήνων. Μια μέρα μπαίνει ο Ζαχαράκης μέσα στο κελί του και αρχίζει να κλαίει “αν δεν σταματήσεις το δελτίο θα αυτοκτονήσω” και ο Παναγούλης το σταμάτησε.
Την ίδια στιγμή ο Παττακός δηλώνει μπροστά στην κάμερα ότι η δημοκρατία, δεν εκδικείται, δεν κρεμά, δεν δολοφονεί, δεν σκοτώνει…
Η δίκη του ξεκίνησε 3 μήνες μετά την απόπειρα κατά του δικτάτορα. Οι βασανιστές του προσπάθησαν να τον ντύσουν με τη βία, με στολή στρατιώτη πράγμα που ο ίδιος αρνήθηκε, λέγοντας πως όποιος υπηρετεί τη Χούντα φορώντας αυτή τη στολή είναι ή παλιάνθρωπος ή δειλός ή βλάκας, εφόσον για τους αξιωματικούς της Χούντας ίσχυαν και τα τρία.
Στην απολογία του είπε “Γνωρίζω πως θα με σκοτώσετε και αυτό επιζητώ, διότι γνωρίζω ότι το ωραιότερον κύκνειο άσμα οιουδήποτε πραγματικού αγωνιστού είναι ο επιθανάτιος ρόγχος προ του εκτελεστικού αποσπάσματος μιας τυραννίας”. Καταδικάστηκε δις εις θάνατον όχι για την απόπειρα, αλλά για Κομμουνιστική Συνωμοσία!!!
Ο Παναγούλης είχε τρεις ημέρες για να υποβάλει αίτηση χάριτος, αρνήθηκε και περίμενε την εκτέλεσή του κάτι που προκάλεσε διεθνείς αντιδράσεις. Εκατοντάδες διασημότητες έστειλαν επιστολές για να μην εκτελεστεί.
Σάρτρ, Πικάσο, Πάπας Παύλος ο 6ος, ο Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ, ο Πρόεδρος των ΗΠΑ Λίντον Τζόνσον και πολλοί άλλοι. Εκείνο το διάστημα λοιπόν η απόφαση παρέμεινε ανεκτέλεστη και ο ίδιος μεταφέρθηκε στις στρατιωτικές φυλακές Μπογιατίου στον Διόνυσο Αττικής, σήμερα κατεδαφισμένες. Επί έξι μήνες φορούσε χειροπέδες.
Εκεί γοητεύει τον δεσμοφύλακα του, τον Μωράκη, δραπετεύουν μαζί, η ελευθερία δεν κράτησε όμως πολύ, είχε επικηρυχθεί για 500.000 δραχμές. Στο διαμέρισμα όπου κατέληξαν στην οδό Πάτμου έγινε η προδοσία. Οι δυο προδότες όχι μόνο εισέπραξαν τα αργύρια της προδοσίας, αλλά ο ένας διορίσθηκε σε διοικητική θέση του Πανεπιστημίου Αθηνών και ο άλλος στην Ολυμπιακή Αεροπορία
Τον Αύγουστο του 1973 δόθηκε γενική αμνηστία σε πολιτικούς κρατούμενους.Ο Διευθυντής των φυλακών του λέει ότι ο πρόεδρος Παπαδόπουλος σου δίνει αμνηστία και μπορείς να φύγεις, και αυτός αρνείται. Ο δικτάτορας αναγκάζεται να αλλάξει την νομοθεσία και την διαδικασία αίτησης χάριτος να την κινεί ο Υπουργός Δικαιοσύνης και όχι ο κρατούμενος που θέλει να κάνει το ήρωα. Δηλαδή να τους βγάζουν με το ζόρι.
Ο Παναγούλης για να τους κάνει καψόνι, τους λέει δεν βγαίνω εάν δεν μου φέρετε ένα συγκεκριμένο γαλλικό άρωμα ή κάποιον καπνό. Και οι βασανιστές του τα έφεραν. Όταν βγήκε δεν μπορούσε να καλοπερπατήσει, όντας μέσα στον τάφο του Μπογιατίου σε ένα κελί που είχε ύψος 1,40 ακριβώς για μην στέκεται όρθιος. Για να σπάσει. Ο ίδιος έλεγε «εντοιχισμένο, με καταδίκασαν σε θάνατο και με έθαψαν χωρίς να εκτελέσουν την ποινή».
Η πιο διάσημη δημοσιογράφος της εποχής της, η Οριάνα Φαλάτσι παίρνει συνέντευξη από τον Αλέκο Παναγούλη. «Δεν είμαι ικανός να σκοτώσω άνθρωπο, εκτός εάν είναι τύραννος», με αυτή τη φράση γεννήθηκε ο κεραυνοβόλος έρωτας τους.
Ένα βράδυ είχαν πάει σε ένα υπόγειο της οδού Αμερικής, όπου τραγουδούσε τότε η Πόλυ Πάνου. Η Φαλάτσι ξετρελάθηκε και του είπε πως θέλει να ζήσει στην Ελλάδα.
Του πήρε μάλιστα ένα αυτοκίνητο για να πηγαίνουν στο συγκεκριμένο μαγαζί. Του αγόρασε το μοιραίο Mirafiori με το οποίο σκοτώθηκε στη Λεωφ. Βουλιαγμένης ανήμερα σαν σήμερα, πριν 50 χρόνια, μόλις 37 ετών, η πιθανή δολοφονία του δεν μπόρεσε να αποδειχθεί!
«Κάθε Πρωτομαγιά, η Οριάνα του έστελνε 37 τριαντάφυλλα, ενώ τοποθέτησε μια μαρμάρινη πλάκα εις μνήμην του, στο νεκροταφείο της οικογένειάς της, στην Φλωρεντία. Δεν τον ξεπέρασε ποτέ, έως το 2007 που πέθανε από καρκίνο του μαστού, και ο έρωτας τους έγινε ταινία «Panagulis vive!» (1980).
Στις 5 Μαΐου του 1976, στην κηδεία του, ένα εκατομμύριο κόσμος αποχαιρετά τον ήρωα, και επιτόπου ο Μίκης γράφει το «Κόκκινο Τριαντάφυλλο», ενώ ο Γιάννης Ρίτσος δίπλα στο φέρετρο λέει πως πάνω σε αυτό το φέρετρο ακουμπά όλη η Ελλάδα.
Γράφει ο συγγραφέας Θανάσης Τριαρίδης: 50 χρόνια από τον θάνατο του και δεν το διεκδικεί κανένας, αφού δεν ανήκε πουθενά, δρούσε παίρνοντας εντολές μόνο από τον εαυτό του. Ψάχνεις στον Παναγούλη να βρεις κάποια στιγμή που είπε όχι, δεν το αντέχω, να πει όπως ο Χριστός “παρελθέτω απ’ εμού το ποτήριον τούτο” και τέτοια στιγμή δεν την βρίσκεις και ας μην ήταν Θεός, αλλά άνθρωπος με σάρκα και οστά. Εμείς ήμαστε κανονικοί άνθρωποι, αυτός ήταν κάτι παραπάνω, πολύ μεγαλύτερος απ’ τα δικά μας μέτρα και σταθμά.
Την ημέρα της κηδείας του ο μεγάλος Θεοδωράκης γράφει το διάσημο τραγούδι του:
«Όταν χτυπήσεις δύο φορές, και ύστερα τρεις και πάλι δύο Αλέξανδρε μου, σκέφτομαι το φευγιό σου.
Σε βλέπω σε κελί στενό, να σέρνεις πρώτος το χορό πάνω στο θάνατό σου».
Και λέει αυτό που ήταν τελικά ο Παναγούλης, έσερνε το χορό, χόρευε πάνω στο θάνατό του όπως οι αρχαίοι ήρωες των τραγωδιών.
Στους τοίχους του κελιού του ο Παναγούλης γράφει συνθήματα, τα ασβέστωναν, τον κακοποιούσαν κι αυτός τα ξαναέγραφε.
«Ζωντάνεψα τους τοίχους, φωνή τους έδωσα πιο φιλική να γίνουν συντροφιά, κι οι δεσμοφύλακες μου ζητούσαν να μάθουν πού βρήκα την μπογιά, ψάξανε παντού, όμως μπογιά δεν βρήκαν, στιγμή δεν σκέφτηκαν, στις φλέβες μου να ψάξουν!»

Κάντε το πρώτο σχόλιο