Η Χάνα Άρεντ (HannahArendt) ήταν πολιτικός επιστήμονας και φιλόσοφος εβραϊκής καταγωγής με εξαιρετική παρουσία στον χώρο των γραμμάτων και της συγγραφής. Πέθανε το 1975, αλλά προειδοποίησε τους ανθρώπους για τον τρόπο που η προπαγάνδα και η τρομοκρατία επιβιώνουν και εξαπλώνονται. Η άποψή της, η προειδοποίησή της εξακολουθεί να ζει. Κατάλαβε κάτι ουσιαστικό και μας το δήλωσε, το έγραψε, το ανακοίνωσε θεωρώντας πως η ανθρωπότητα οφείλει να το ξέρει.
«Το κακό δεν ανακοινώνει πάντα την παρουσία του με δραματικούς ρόλους και δυνατές φωνές στα μέτωπα της υποτιθέμενης μάχης. Φοράει ακριβό κοστούμι και γραβάτα και κάνει τη δουλειά του. Και η μόνη άμυνα απέναντί του είναι πολίτες που αρνούνται να σταματήσουν να σκέφτονται».
ΣΤΗΝ ΔΙΚΗ ΤΩΝ ΝΑΖΙ ΜΕΤΑ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ
Ιερουσαλήμ, 1961. Μια γυναίκα κάθεται σε μια δικαστική αίθουσα, καρφώνοντας το βλέμμα της σε έναν από τους πιο διαβόητους εγκληματίες πολέμου στην ιστορία. Η φιλόσοφος Hannah Arendt είχε πάει εκεί για να δει το πρόσωπο του κακού: τον Άντολφ Άιχμαν (Adolf Eichmann), τον αρχιτέκτονα των εκτοπίσεων του Ολοκαυτώματος. Τον άνθρωπο που οργάνωνε τα τρένα για την μεταφορά εκατομμυρίων ανθρώπων στον θάνατο.
Περίμενε να αντικρίσει ένα τέρας, αλλά βρήκε έναν υπάλληλο γραφείου. Περίμενε να δει έναν φανατικό. Έναν σαδιστή. Ένα κτήνος που η όψη του και μόνο θα μαρτυρούσε το σκοτάδι των πράξεων του. Αντί γι’ αυτό, είδε έναν γραφειοκράτη.
Ο Eichmann δεν ήταν ένας μανιώδης αντισημίτης που έπνεε μένεα. Ήταν ένας μεσαίος διευθυντής, εμμονικός με την τήρηση των διαταγών και την ανέλιξη στην ιεραρχία. Μιλούσε με εταιρική ορολογία. Καυχιόταν για την αποτελεσματικότητά του. Περιέγραφε τη μαζική δολοφονία εκατομμυρίων ανθρώπων χρησιμοποιώντας γλώσσα logistics και διαχείρισης πόρων.Αυτό που τρόμαξε περισσότερο την Arendt δεν ήταν η σκληρότητά του. Ήταν η πλήρης απουσία σκέψης.
Ο Eichmann δεν αναρωτήθηκε ποτέ αν οι πράξεις του ήταν σωστές ή λάθος. Είχε απλώς σταματήσει να σκέφτεται, αντικαθιστώντας την ηθική κρίση με τη γραφειοκρατική διεκπεραίωση. Έστειλε εκατομμύρια στον θάνατο όχι γιατί τους μισούσε προσωπικά, αλλά γιατί «αυτή ήταν η δουλειά του». Ακολουθούσε τις διαδικασίες. Έπιανε τα νούμερα. Έκανε ό,τι του έλεγαν.
Αυτό ονόμασε η Arendt «η κοινοτοπία του κακού»: τη σοκαριστική δηλαδή διαπίστωση ότι η γενοκτονία δεν απαιτεί τέρατα. Απαιτεί μόνο απλούς, καθημερινούς ανθρώπους που είναι πρόθυμοι να σταματήσουν να κάνουν ερωτήσεις.Η προειδοποίηση της Arendt, όμως, πηγαίνει πολύ πιο βαθιά από μια δίκη. Έζησε την κατάρρευση της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης και είδε πώς πεθαίνει η ελευθερία: όχι με μια βίαιη έκρηξη, αλλά με μια σιωπηλή σήψη από μέσα. Όταν το ψέμα γίνεται τόσο κοινότοπο που η ίδια η αλήθεια χάνει το νόημά της.
Η Δημοκρατία της Βαϊμάρης (1918/19-1933) ήταν το πρώτο δημοκρατικό πολίτευμα της Γερμανίας, που ιδρύθηκε μετά την ήττα στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και την κατάρρευση της Αυτοκρατορίας. Παρά την πολιτιστική άνθηση, σημαδεύτηκε από ακραία οικονομική κρίση, πολιτική αστάθεια και βία, καταλήγοντας στην άνοδο του Ναζιστικού Κόμματος και του Χίτλερ στην εξουσία.
Μας προειδοποίησε λοιπόν ξεκάθαρα.Όταν οι πολίτες δεν μπορούν πλέον να αναγνωρίσουν την αλήθεια, γίνονται ευάλωτοι σε οποιοδήποτε αφήγημα ακούγεται ελκυστικό. Καταφεύγουν σε βολικές μυθοπλασίες. Αποδέχονται αντιφάσεις χωρίς να διστάζουν. Πιστεύουν τα πάντα και τίποτα ταυτόχρονα. Κουράζονται να ψάχνουν το σωστό και απλώς παραδίδονται.Η Arendt κατάλαβε ότι ο ολοκληρωτισμός ανθίζει μέσα σε αυτή την ομίχλη της σύγχυσης. Μόλις οι άνθρωποι εγκαταλείψουν την κοινή πραγματικότητα, θα πιστέψουν ό,τι τους πει η εξουσία — ή δεν θα πιστέψουν τίποτα, γινόμενοι πολύ κυνικοί για να τους νοιάζει.
Σήμερα, στην εποχή των fakenews και της πληροφοριακής εξάντλησης, τα λόγια της ηχούν πιο δυνατά από ποτέ. Η ελευθερία απαιτεί εγρήγορση. Απαιτεί να συνεχίσουμε να σκεφτόμαστε, να αμφισβητούμε, να κρατάμε γερά την αλήθεια, ακόμα κι όταν τα ψέματα είναι πιο εύπεπτα.Τη στιγμή που σταματάμε να σκεφτόμαστε, γινόμαστε ακριβώς αυτό που ήταν ο Eichmann: γρανάζια μιας μηχανής που ποτέ δεν μπήκαμε στον κόπο να καταλάβουμε.
Η Hannah Arendt πέθανε το 1975, αλλά το μήνυμά της παραμένει ζωντανό. «Οι γενοκτονίες δεν χρειάζονται τέρατα. Χρειάζονται απλά ανθρώπους πρόθυμους να σταματήσουν να κάνουν ερωτήσεις». Και τότε ήταν που η Arendt έκανε μια τελευταία, τρομακτική πρόβλεψη για το μέλλον που ίσως ζούμε ήδη αυτή τη στιγμή…
Σημείωση: Η Hannah Arendt [ΧάνναΆρεντ] (1906-1975) υπήρξε µία από τις πιο σημαντικές μορφές της πολιτικής φιλοσοφίας στον εικοστό αιώνα. Γεννήθηκε στο Αννόβερο της Γερµανίας το 1906. Σπούδασε στα πανεπιστήμια του Μαρβούργου και του Φράιµπουργκ και ολοκλήρωσε τη διατριβή της στη φιλοσοφία στο πανεπιστήμιο της Χαϊδελβέργης…
Κάντε το πρώτο σχόλιο