ΤΕΜΠΗ – ΕΝΑΣ ΧΡΟΝΟΣ ΜΕΤΑ: Η Όλγα από τα Γιαννιτσά ήταν στους διασωθέντες του τρένου – «Θα κουβαλώ τις κραυγές στο μυαλό μου, όσο προσπαθούν την συγκάλυψη»

Η Όλγα Βασιλειάδου είναι ένα νέο κορίτσι γεμάτο φως…

Ένα κορίτσι που θα έπρεπε να χαίρεται τη ζωή χωρίς σκοτάδια και θυμό…

Ήταν από τα εκατοντάδες νέα παιδιά που ταξίδεψαν με την επιβατική αμαξοστοιχία IC62 για Θεσσαλονίκη το βράδυ της 28ης Φεβρουαρίου 2023. Χαρούμενη, έχοντας δίπλα της τον φίλο της Παύλο και κρατώντας στην αγκαλιά της το Κύπελο που είχε κερδίσει ο αγαπημένος της στους πρόσφατους αγώνες του.

Κι ενώ απέναντί μου ένα όμορφο κορίτσι θα έπρεπε να μου μιλά για τα όνειρά της, το βλέμμα της είναι σκοτεινό και τα μάτια βουρκώνουν γρήγορα. Σε κάθε στιγμή που η μνήμη ξυπνά. Η Όλγα ταξίδευε εκείνο το απόγευμα στο 5ο βαγόνι γιατί μόνο εκεί είχε βρει διπλή θέση για να κάθονται μαζί με σύντροφό της. Το τρένο ήταν γεμάτο και δύσκολα βρήκε εισιτήριο…

«Πάντα πήγαινα Αθήνα με το τρένο. Και τώρα μπήκαμε στο πιο ασφαλές μέσο μεταφοράς και δεν φτάσαμε σπίτια μας. Τόσα παιδιά δεν έφτασαν ποτέ. Θυμάμαι ακόμη αυτή την αίσθηση, το τράνταγμα να χτυπά το ένα βαγόνι το άλλο» περιγράφει… «όπως το ντόμινο κάθε λεπτό. Και το τελευταίο βαγόνι να βγαίνει από τις ράγες και εγώ να φεύγω από τη θέση μου. Ο Παύλος σύρθηκε με το χτύπημα σε όλο τον διάδρομο χωρίς να ξέρουμε τι γίνεται. Νομίζαμε πως χτυπήσαμε με κάποιο αυτοκίνητο φορτηγό που βρέθηκε στις ράγες. Δεν καταλάβαμε τι είχε γίνει. Ήταν και νύχτα…. Με το χτύπημα έσβησαν και τα φώτα και τότε ξεκίνησε η τρέλα… Είχα χτυπήσει, πονούσε το γόνατό μου και το κεφάλι μου. Ακούγαμε φωνές και τον κόσμο να φωνάζει… Δεν μπορείτε να φανταστείτε τις κραυγές… Το βαγόνι μας είχε πέσει προς τη μια μεριά. Δεν ξέραμε που ήμασταν. Αν ήταν γκρεμός, αν μπορούσαμε να πηδήξουμε από τα παράθυρα… Η μια πλευρά του βαγονιού είχε στραβώσει ίσως κι από τη φωτιά… Επιλέξαμε να σπάσουμε με τα πόδια τα παράθυρα από την άλλη… Αρχίσαμε να βγαίνουμε και να βοηθάει ο ένας τον άλλον. Τα πόδια μου έτρεμαν πολύ. Δεν μπορούσα να σταθώ όρθια. Πιάνοντας το παράθυρο για να βγω έκοψα τις παλάμες μου και κάποιος μου φώναζε να πηδήξω γιατί δεν ήξερα αν ήταν ψηλά… Και μετά χάος»…

Σε όλη την διάρκεια της συζήτησής μας η Όλγα αγωνίζεται να μην κλάψει, ενώ τα πόδια της τρέμουν ασταμάτητα. Όπως εκείνο το νευρικό τράνταγμα που κάνει κάποιος σε αμηχανία. Αυτό το τράνταγμα όμως δεν σταματά και σύμφωνα με τον γιατρό είναι κάτι που θα κρατήσει κάποιους μήνες ειδικά όταν θυμάται. Παραπονιέται για έναν κόμπο στον λαιμό. Έναν μόνιμο λυγμό στη φωνή και μιλάει με σκυμμένο το βλέμμα της. Σκέφτεται τους γονείς που έχασαν τα παιδιά τους. Τις γιορτές που τα σπίτια τους ήταν άδεια. Βάζει τη μητέρα της στη θέση της Λίλιαν (μητέρα της Ιφιγένειας Μήτσκα) και τρομάζει. Κλαίει για την απώλεια. Ρουφάει όλον τον πόνο και σκέφτεται συνέχεια τι έγινε, πώς έγινε…

ΕΡΩΤ.: Τι ακολούθησε μετά…

«Μετά προσπαθήσαμε να απομακρυνθούμε. Βλέπαμε τους καπνούς και τη φωτιά και δεν μπορούσαμε να καταλάβουμε τι είχε συμβεί. Τρέχαμε μέσα σε βάτα και ανεβήκαμε προς τον δρόμο. Εκεί πήρα τη μαμά μου τηλέφωνο ουρλιάζοντας ‘’είμαστε καλά’’. Εκεί είδαμε το άλλο τρένο που είχε πέσει επάνω μας. Όλα στα μάτια μου σαν ταινία. Σκοτάδι, φωνές, κραυγές πόνου, αίμα στο πρόσωπό μου δεν ξέρω από που και σε κάποια στιγμή φώτα ασθενοφόρων μακριά κάπου… Μας πλησίασαν τα σωστικά συνεργεία, να μας ρωτήσουν αν θέλουμε βοήθεια, να μας πουν ότι έρχονται λεωφορεία να πάρουν όσους θέλουν να πάνε Θεσσαλονίκη.

Έναν χρόνο μετά η Όλγα παλεύει να γιατρέψει δυο κήλες που δημιουργήθηκαν στον αυχένα και την σπονδυλική στήλη από το χτύπημα και το αιμάτωμα στο γόνατο. Οι μώλωπες που είχε στο σώμα της έχουν φύγει, αλλά αυτό που έχει μέσα της δεν θα φύγει ποτέ…

ΕΡΩΤ.: Πως θυμάσαι τα γεγονότα όταν κατάλαβες τι έχει γίνει;

«Νομίζω πως μέχρι να καταλάβω ότι είμαι καλά πέρασε ένας αιώνας. Δεν ήξερα που ήμουν και προσπαθούσα να εξηγήσω στους γονείς μου που να έρθουν. Όταν έφτασαν είχα γεμίσει στην ψυχή μου κραυγές ανθρώπων που καίγονταν, που πέθαιναν βαριά τραυματισμένοι, που φώναζαν βοήθεια. Ευτυχώς είχαμε βγει ζωντανοί από αυτή την παράνοια. Οι γονείς μου με πήραν Θεσσαλονίκη, ήδη ξημέρωνε και το πρωί με πήγαν στο νοσοκομείο Γιαννιτσών».

ΕΡΩΤ.: Πως εξελίχθηκαν οι επόμενες ημέρες;

«Βλέποντας στην τηλεόραση τι έχει γίνει κι από που βγήκαμε ζωντανοί, περίμενα ότι θα υπάρξει κάποια έρευνα για αυτή την δολοφονία. Δεν μου ζήτησαν ποτέ την μαρτυρία μου, δεν έδωσα ποτέ κατάθεση. Δυο μέρες μετά με πήραν από κάποια υπηρεσία, δεν θυμάμαι ποια και με ρώτησαν αν νοσηλεύομαι, αν έχω τραυματιστεί κι αν είμαι καλά. Λίγες μέρες μετά απευθύνθηκα σε ψυχολόγο γιατί δεν μπορούσα να κοιμηθώ. Ακόμη και αστικό φρενάρει έξω από το σπίτι μου και τρομάζω.Φυσικά και δεν μπαίνω ακόμη σε λεωφορείο για να πάω κάπου. Σε τρένο ούτε συζήτηση. Φόβος…ατελείωτος φόβος στο σκοτάδι και στον θόρυβο. Για πολλούς μήνες έπρεπε να πάρω χάπια για να κοιμηθώ.

ΕΡΩΤ.: Πώς αισθάνεσαι τώρα με όλα αυτά που λέγονται και γράφονται;

«Εξοργίζομαι…δεν ξέρω αν ακουστεί πραγματικά τι έχει γίνει εκεί. Ειδικά όταν είδα τον αρμόδιο τότε υπουργό κ. Καραμανλή, να μου κουνά το δάχτυλο, να μην αναλαμβάνει καμία ευθύνη ενώ τα ήξερε όλα και να εκλέγεται πάλι, αισθάνομαι πως δεν θα υπάρξει ποτέ δικαιοσύνη για καμιά ψυχή. Έκλεισαν τόσα σπίτια. Γιορτές χωρίς να αγκαλιάζεις τα παιδιά σου είναι φριχτό… Όλα τελικά τα έκανε ο σταθμάρχης; Αυτός έφταιγε μόνο; Ποιος τον έβαλε εκεί, πως έφτασαν να μην λειτουργεί τίποτα στο σύστημα ασφαλείας και να χαθούν τόσες ψυχές; Έχω πολύ θυμό μέσα μου… Θυμάμαι την εικόνα των γονιών που έψαχναν δυο μέρες τα σώματα των παιδιών τους. Δεν ήξεραν που είναι. Τραγική εικόνα που την βλέπω συνέχεια στον ύπνο μου. Όλοι ελπίζανε το παιδί τους να έχει κατέβει σε άλλη στάση. Πώς θα κλείσει αυτή η πληγή; Οι άνθρωποι αντί να πενθούν ψάχνουν όλη μέρα νέα στοιχεία για να βρουν δικαιοσύνη οι ψυχές των παιδιών τους. Γονείς ζωντανοί – νεκροί».

ΕΡΩΤ.: Πόσο έχει αλλάξει σαν άνθρωπος μετά από αυτό;

«Πρώτα από όλα έχει αλλάξει η ζωή μου. Αγκαλιάζομαι πιο συχνά πια με την μαμά και τον μπαμπά μου. Δεν μαλώνω για βλακείες με τα αδέλφια μου και αναιρώ πράγματα που κάποτε τα θεωρούσα δύσκολα. Άλλαξα πολύ… Είμαι βαθιά θρησκευόμενο άτομο, αλλά δεν πάω στον πνευματικό μου γιατί θέλω να τον ρωτήσω πολλά. Γιατί τόσα νέα παιδιά χάθηκαν; Κάποιοι ήμασταν τυχεροί και κάποιοι όχι; Ή τελικά ο Θεός αγαπάει κάποιους πιο πολύ από τους άλλους; Προσπαθώ να βρω την ηρεμία μου και να απαντήσω μόνη μου γιατί κανείς δεν μπορεί να μου δώσει πειστική απάντηση σε αυτά. Πολύ συχνά σκέφτομαι όλα τα γεγονότα από την αρχή. Τώρα που φτάσαμε στα μνημόσυνα νιώθω κενή και ανίκανη. Με κατατρώει η αδικία και ο θυμός. Αυτές τις ημέρες ένα χρόνο μετά, θαμμένοι ακόμη περισσότερο.Μας είπαν πως ο πόνος πρέπει να είναι βουβός. Κι εγώ θέλω να ουρλιάξω…»

ΕΡΩΤ.: Τι πιστεύεις ότι θα γίνει από δω και πέρα;

«Με όλα αυτά που ακούω και διαβάζω…η δικαιοσύνη φαντάζει όνειρο. Σε μια σοβαρή χώρα οι ένοχοι θα ήταν φυλακή. Επέστρεψαν οι αυπνίες μου, επέστρεψαν τα χάπια κι όπως φαίνεται το μυαλό μου θα επιστρέφει πάντα εκεί. Δεν θα ξεχάσουμε ποτέ αυτό που ζήσαμε, όσοι βγήκαμε ζωντανοί. Πιστεύω πως το έγκλημα αυτό τείνει να σκεπαστεί μαζί με το τσιμέντο που ‘’έπεσε’’ στο σημείο. Ίσως ο κόσμος ακούσει τις αποζημιώσεις και θεωρήσει ότι ξεπλύθηκαν οι ευθύνες. Τα παιδιά όμως κάηκαν, χάθηκαν κι ότι έμεινε θάφτηκε για να έχουν οι γονείς, οι συγγενείς, τα αδέλφια κάπου να κλάψουν. Και σήμερα ακούς ότι ακόμη έτσι κυκλοφορούν τα τρένα. Χωρίς ασφάλεια, χωρίς φανάρια, χωρίς παρακολούθηση. Χάθηκαν τόσα νέα παιδιά, βλέπεις τις ηλικίες και τρομάζεις. Τόσες ψυχές βυθίστηκαν τόσο πόνο και πένθος, τόσες οικογένειες και δεν έχει συγκλονιστεί αυτό το κράτος να κάνει αυτό που πρέπει;

Η Όλγα εξακολουθεί να ονειρεύεται. Άλλωστε είναι μόλις 25 χρονών. Αγαπάει τα ταξίδια, θέλει να φτιάξει κάτι δικό της επαγγελματικά και ελπίζει να φτιάξει οικογένεια. Τα μάτια της εξακολουθούν να γεμίζουν δάκρυα και το σκοτάδι να την φοβίζει. Την ευχαριστώ για την κουβέντα που κάναμε και την ανάγκασα να τα θυμηθεί όλα. Ή μάλλον να με βεβαιώσει ότι δεν πρόκειται να ξεχάσει ποτέ. Οι 57 νεκροί στα Τέμπη και οι αγνοούμενοι ζητούν δικαίωση…

Ως επίλογος αλλά όχι ως τέλος…

Έφταιγε η κακιά η ώρα;;

Όχι έφταιγε η κακιά η χώρα.

Ένας χρόνος μετά και η δικαιοσύνη αγνοείται και όσο αγνοείται πάντοτε θα φταίει η κακιά η (χ)ώρα. Η δικαίωση των νεκρών δεν είναι μόνο θέμα συλλογικής ηθικής ευθύνης, αλλά και μονόδρομος για να υπάρξει αντίσταση στη σήψη.

Ένα χρόνο μετά, οφείλουμε να μη τους ξεχάσουμε:

  • Γιώργος Μπουρνάζης, 15 ετών
  • Αναστασία Παπαγγελή, 19 ετών
  • Θώμη Πλακιά, 20 ετών
  • Χρύσα Πλακιά, 20 ετών
  • Αναστασία Πλακιά, 20 ετών
  • Αναστάσιος Κουτσόπουλος, 21 ετών
  • Μαρία Θωμαή Ψαροπούλου, 21 ετών
  • Φραντσέσκα Μπέζα, 21 ετών
  • Γιώργος Παπάζογλου, 22 ετών
  • Ελένη Τσίντζα, 22 ετών
  • Ιορδάνης Αδαμάκης, 22 ετών
  • ΚλαούντιαΛάτα, 22 ετών
  • Αφροδίτη Τσιωμά, 23 ετών
  • Αγάπη Τσακλίδου, 23 ετών
  • Ιφιγένεια Μήτσκα, 23 ετών
  • Άγγελος Τηλκερίδης, 23 ετών
  • Ντένις Ρούτσι, 23 ετών
  • Κυπριανός Παπαϊωάννου, 23 ετών
  • Νικήτας Καραθεόδωρος, 23 ετών
  • Αναστασία Αδαμίδου, 24 ετών
  • Καλλιόπη Πορφυρίδου, 24 ετών
  • Δήμητρα-Ευαγγελία Καπετάνιου, 25 ετών
  • Ελισάβετ Χατζηβασιλείου, 26 ετών
  • Δημήτρης Ασλανίδης, 26 ετών
  • Νίκος Ναλμπάντης, 27 ετών
  • Σωτήρης Καραγεωργίου, 28 ετών
  • Ελπίδα Χούπα, 28 ετών
  • Γιάννης Καρασάββας, 28 ετών
  • Δημήτρης Οικού, 29 ετών
  • Παναγιώτης Χατζηχαραλάμπους, 29 ετών
  • Σοφία-Ελένη Ταχμαζίδου, 32 ετών
  • Δημήτρης Μασσάλης, 32 ετών
  • Βάιος Βλάχος, 34 ετών
  • Αθηνά Κατσάρα 34 ετών
  • Μοχάμεντ Εντρίς, 34 ετών
  • Σπύρος Βούλγαρης, 35 χρονών
  • ΙονέλΚουλέλα, 35 ετών
  • Λένα Δουρμίκα, 39 ετών
  • Βάγια Μπλέκα, 42 ετών
  • Ιωάννης Βουτσινάς, 48 ετών
  • Ανδρέας Παυλίδης, 49 ετών
  • Μαρία Μουρτζάκη, 51 ετών
  • Βασίλειος-Κυριάκος Κώττας, 52 ετών
  • Βαγγέλης Μπουρνάζης, 54 ετών
  • Βασιλική Χλωρού, 55 ετών
  • Μαρία Εγούτ, 55 ετών
  • Γιάννης Τζοβάρας, 55 ετών
  • Χρυσούλα Κουκαριώτη, 56 ετών
  • Μαρία Μιάρη, 56 ετών
  • Γιώργος Φωτόπουλος, 57 ετών
  • Γιώργος Κουτσούμπας, 59 ετών
  • ΠαβλίνιΜπόζο, 62 ετών
  • Γιάννης Καριώτης, 63 ετών
  • Γιώργος Κυριακίδης, 67 ετών
  • Ευαγγελία Κουκαριώτη, 63 ετών
  • Σύριος μετανάστης ο οποίος ταυτοποιήθηκε μέσω δείγματος DNA που εστάλη από τον αδελφό του από την Ολλανδία.
  • Εριέττα 23 ετών αγνοείται.

Κάντε το πρώτο σχόλιο

Υποβολή απάντησης

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται.


*